εισπράττω (eispratto) — to collect; to receive payment

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

εισπράττω means to collect or receive money, such as a payment, fee or rent. Figuratively it can mean to receive a response, praise or criticism.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εισπράττω εισπράττομαι
εσύ — you εισπράττεις εισπράττεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εισπράττει εισπράττεται
εμείς — we εισπράττουμε, εισπράττομε εισπραττόμαστε
εσείς — you (plural / polite) εισπράττετε εισπράττεστε, εισπραττόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εισπράττουν(ε) εισπράττονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εισέπραττα εισπραττόμουν(α)
εσύ — you εισέπραττες εισπραττόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εισέπραττε εισπραττόταν(ε)
εμείς — we εισπράτταμε εισπραττόμασταν
εσείς — you (plural / polite) εισπράττατε εισπραττόσαστε, εισπραττόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they εισέπρατταν, εισπράτταν(ε) εισπράττονταν, εισπραττόντανε, εισπραττόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εισέπραξα εισπράχθηκα
εσύ — you εισέπραξες εισπράχθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εισέπραξε εισπράχθηκε
εμείς — we εισπράξαμε εισπραχθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) εισπράξατε εισπραχθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εισέπραξαν, εισπράξαν(ε) εισπράχθηκαν, εισπραχθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω εισπράξει έχω εισπραχθεί
εσύ — you έχεις εισπράξει έχεις εισπραχθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει εισπράξει έχει εισπραχθεί
εμείς — we έχουμε εισπράξει έχουμε εισπραχθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε εισπράξει έχετε εισπραχθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν εισπράξει έχουν εισπραχθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα εισπράξει είχα εισπραχθεί
εσύ — you είχες εισπράξει είχες εισπραχθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε εισπράξει είχε εισπραχθεί
εμείς — we είχαμε εισπράξει είχαμε εισπραχθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε εισπράξει είχατε εισπραχθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν εισπράξει είχαν εισπραχθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εισπράττω θα εισπράττομαι
εσύ — you θα εισπράττεις θα εισπράττεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εισπράττει θα εισπράττεται
εμείς — we θα εισπράττουμε, θα εισπράττομε θα εισπραττόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα εισπράττετε θα εισπράττεστε, θα εισπραττόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εισπράττουν(ε) θα εισπράττονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εισπράξω θα εισπραχθώ
εσύ — you θα εισπράξεις θα εισπραχθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εισπράξει θα εισπραχθεί
εμείς — we θα εισπράξουμε, θα εισπράξομε θα εισπραχθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα εισπράξετε θα εισπραχθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εισπράξουν(ε) θα εισπραχθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω εισπράξει θα έχω εισπραχθεί
εσύ — you θα έχεις εισπράξει θα έχεις εισπραχθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει εισπράξει θα έχει εισπραχθεί
εμείς — we θα έχουμε εισπράξει θα έχουμε εισπραχθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε εισπράξει θα έχετε εισπραχθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν εισπράξει θα έχουν εισπραχθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εισπράττω να εισπράττομαι
εσύ — you να εισπράττεις να εισπράττεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εισπράττει να εισπράττεται
εμείς — we να εισπράττουμε, να εισπράττομε να εισπραττόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να εισπράττετε να εισπράττεστε, να εισπραττόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εισπράττουν(ε) να εισπράττονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εισπράξω να εισπραχθώ
εσύ — you να εισπράξεις να εισπραχθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εισπράξει να εισπραχθεί
εμείς — we να εισπράξουμε, να εισπράξομε να εισπραχθούμε
εσείς — you (plural / polite) να εισπράξετε να εισπραχθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εισπράξουν(ε) να εισπραχθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω εισπράξει να έχω εισπραχθεί
εσύ — you να έχεις εισπράξει να έχεις εισπραχθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει εισπράξει να έχει εισπραχθεί
εμείς — we να έχουμε εισπράξει να έχουμε εισπραχθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε εισπράξει να έχετε εισπραχθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν εισπράξει να έχουν εισπραχθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous είσπραττε εισπράττετε — —
Simple είσπραξε εισπράξτε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • εισπραγμένος, -η, -ο describes money or an amount collected. The passive usually has such amounts as subjects, so personal commands are uncommon.
  • The command is είσπραξε; εισέπραξε is the past-tense form.

Η εταιρεία εισέπραξε την οφειλή.

The company collected the amount owed.

Τα χρήματα έχουν ήδη εισπραχθεί.

The money has already been collected.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — εισπράττω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/eispratto/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /eispratto/