διατάσσω (diatasso) — to order; to arrange

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

διατάσσω means to order or command. It also means to arrange elements in an ordered structure. διατάζω is the usual everyday verb for giving commands.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διατάσσω διατάσσομαι
εσύ — you διατάσσεις διατάσσεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διατάσσει διατάσσεται
εμείς — we διατάσσουμε, διατάσσομε διατασσόμαστε
εσείς — you (plural / polite) διατάσσετε διατάσσεστε, διατασσόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διατάσσουν(ε) διατάσσονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διέτασσα διατασσόμουν(α)
εσύ — you διέτασσες διατασσόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διέτασσε διατασσόταν(ε)
εμείς — we διατάσσαμε διατασσόμασταν
εσείς — you (plural / polite) διατάσσατε διατασσόσαστε, διατασσόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they διέτασσαν, διατάσσαν(ε) διατάσσονταν, διατασσόντανε, διατασσόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διέταξα διατάχθηκα, διατάχτηκα
εσύ — you διέταξες διατάχθηκες, διατάχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διέταξε διατάχθηκε, διατάχτηκε
εμείς — we διατάξαμε διαταχθήκαμε, διαταχτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) διατάξατε διαταχθήκατε, διαταχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διέταξαν, διατάξαν(ε) διατάχθηκαν, διαταχθήκαν(ε), διατάχτηκαν, διαταχτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω διατάξει έχω διαταχθεί
εσύ — you έχεις διατάξει έχεις διαταχθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει διατάξει έχει διαταχθεί
εμείς — we έχουμε διατάξει έχουμε διαταχθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε διατάξει έχετε διαταχθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν διατάξει έχουν διαταχθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα διατάξει είχα διαταχθεί
εσύ — you είχες διατάξει είχες διαταχθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε διατάξει είχε διαταχθεί
εμείς — we είχαμε διατάξει είχαμε διαταχθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε διατάξει είχατε διαταχθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν διατάξει είχαν διαταχθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα διατάσσω θα διατάσσομαι
εσύ — you θα διατάσσεις θα διατάσσεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διατάσσει θα διατάσσεται
εμείς — we θα διατάσσουμε, θα διατάσσομε θα διατασσόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα διατάσσετε θα διατάσσεστε, θα διατασσόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διατάσσουν(ε) θα διατάσσονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα διατάξω θα διαταχθώ, θα διαταχτώ
εσύ — you θα διατάξεις θα διαταχθείς, θα διαταχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διατάξει θα διαταχθεί, θα διαταχτεί
εμείς — we θα διατάξουμε, θα διατάξομε θα διαταχθούμε, θα διαταχτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα διατάξετε θα διαταχθείτε, θα διαταχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διατάξουν(ε) θα διαταχθούν(ε), θα διαταχτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω διατάξει θα έχω διαταχθεί
εσύ — you θα έχεις διατάξει θα έχεις διαταχθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει διατάξει θα έχει διαταχθεί
εμείς — we θα έχουμε διατάξει θα έχουμε διαταχθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε διατάξει θα έχετε διαταχθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν διατάξει θα έχουν διαταχθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να διατάσσω να διατάσσομαι
εσύ — you να διατάσσεις να διατάσσεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διατάσσει να διατάσσεται
εμείς — we να διατάσσουμε, να διατάσσομε να διατασσόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να διατάσσετε να διατάσσεστε, να διατασσόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διατάσσουν(ε) να διατάσσονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να διατάξω να διαταχθώ, να διαταχτώ
εσύ — you να διατάξεις να διαταχθείς, να διαταχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διατάξει να διαταχθεί, να διαταχτεί
εμείς — we να διατάξουμε, να διατάξομε να διαταχθούμε, να διαταχτούμε
εσείς — you (plural / polite) να διατάξετε να διαταχθείτε, να διαταχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διατάξουν(ε) να διαταχθούν(ε), να διαταχτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω διατάξει να έχω διαταχθεί
εσύ — you να έχεις διατάξει να έχεις διαταχθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει διατάξει να έχει διαταχθεί
εμείς — we να έχουμε διατάξει να έχουμε διαταχθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε διατάξει να έχετε διαταχθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν διατάξει να έχουν διαταχθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous διάτασσε διατάσσετε — διατάσσεστε
Simple διάταξε διατάξτε διατάξου διαταχθείτε, διαταχτείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The simple command is διάταξε; διέταξε is the past-tense form.
  • διαταγμένος, -η, -ο is a result participle. The passive perfective series διαταχθώ / διαταχθεί is more formal than διαταχτώ / διαταχτεί.

Τα στοιχεία διατάσσονται αλφαβητικά.

The elements are arranged alphabetically.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — διατάσσω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/diatasso/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /diatasso/