κηρύσσω (kirisso) — to declare; to proclaim; to preach

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

κηρύσσω — to declare; to proclaim; to preach.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κηρύσσω κηρύσσομαι
εσύ — you κηρύσσεις κηρύσσεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κηρύσσει κηρύσσεται
εμείς — we κηρύσσουμε, κηρύσσομε κηρυσσόμαστε
εσείς — you (plural / polite) κηρύσσετε κηρύσσεστε, κηρυσσόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κηρύσσουν(ε) κηρύσσονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κήρυσσα κηρυσσόμουν(α)
εσύ — you κήρυσσες κηρυσσόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κήρυσσε κηρυσσόταν(ε)
εμείς — we κηρύσσαμε κηρυσσόμασταν
εσείς — you (plural / polite) κηρύσσατε κηρυσσόσαστε, κηρυσσόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they κήρυσσαν, κηρύσσαν(ε) κηρύσσονταν, κηρυσσόντανε, κηρυσσόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κήρυξα κηρύχθηκα, κηρύχτηκα
εσύ — you κήρυξες κηρύχθηκες, κηρύχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κήρυξε κηρύχθηκε, κηρύχτηκε
εμείς — we κηρύξαμε κηρυχθήκαμε, κηρυχτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) κηρύξατε κηρυχθήκατε, κηρυχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κήρυξαν, κηρύξαν(ε) κηρύχθηκαν, κηρυχθήκαν(ε), κηρύχτηκαν, κηρυχτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω κηρύξει έχω κηρυχθεί
εσύ — you έχεις κηρύξει έχεις κηρυχθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει κηρύξει έχει κηρυχθεί
εμείς — we έχουμε κηρύξει έχουμε κηρυχθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε κηρύξει έχετε κηρυχθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν κηρύξει έχουν κηρυχθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα κηρύξει είχα κηρυχθεί
εσύ — you είχες κηρύξει είχες κηρυχθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε κηρύξει είχε κηρυχθεί
εμείς — we είχαμε κηρύξει είχαμε κηρυχθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε κηρύξει είχατε κηρυχθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν κηρύξει είχαν κηρυχθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κηρύσσω θα κηρύσσομαι
εσύ — you θα κηρύσσεις θα κηρύσσεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κηρύσσει θα κηρύσσεται
εμείς — we θα κηρύσσουμε, θα κηρύσσομε θα κηρυσσόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα κηρύσσετε θα κηρύσσεστε, θα κηρυσσόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κηρύσσουν(ε) θα κηρύσσονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κηρύξω θα κηρυχθώ, θα κηρυχτώ
εσύ — you θα κηρύξεις θα κηρυχθείς, θα κηρυχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κηρύξει θα κηρυχθεί, θα κηρυχτεί
εμείς — we θα κηρύξουμε, θα κηρύξομε θα κηρυχθούμε, θα κηρυχτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα κηρύξετε θα κηρυχθείτε, θα κηρυχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κηρύξουν(ε) θα κηρυχθούν(ε), θα κηρυχτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω κηρύξει θα έχω κηρυχθεί
εσύ — you θα έχεις κηρύξει θα έχεις κηρυχθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει κηρύξει θα έχει κηρυχθεί
εμείς — we θα έχουμε κηρύξει θα έχουμε κηρυχθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε κηρύξει θα έχετε κηρυχθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν κηρύξει θα έχουν κηρυχθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κηρύσσω να κηρύσσομαι
εσύ — you να κηρύσσεις να κηρύσσεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κηρύσσει να κηρύσσεται
εμείς — we να κηρύσσουμε, να κηρύσσομε να κηρυσσόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να κηρύσσετε να κηρύσσεστε, να κηρυσσόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κηρύσσουν(ε) να κηρύσσονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κηρύξω να κηρυχθώ, να κηρυχτώ
εσύ — you να κηρύξεις να κηρυχθείς, να κηρυχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κηρύξει να κηρυχθεί, να κηρυχτεί
εμείς — we να κηρύξουμε, να κηρύξομε να κηρυχθούμε, να κηρυχτούμε
εσείς — you (plural / polite) να κηρύξετε να κηρυχθείτε, να κηρυχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κηρύξουν(ε) να κηρυχθούν(ε), να κηρυχτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω κηρύξει να έχω κηρυχθεί
εσύ — you να έχεις κηρύξει να έχεις κηρυχθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει κηρύξει να έχει κηρυχθεί
εμείς — we να έχουμε κηρύξει να έχουμε κηρυχθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε κηρύξει να έχετε κηρυχθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν κηρύξει να έχουν κηρυχθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous κήρυσσε κηρύσσετε — —
Simple κήρυξε κηρύξτε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Κηρύσσω can mean to declare, proclaim, or preach. Context determines the English meaning; κηρύσσω απεργία means to call a strike.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Κήρυξαν απεργία.

They called a strike.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — κηρύσσω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/kirisso/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /kirisso/