κλαίω (klaio) — to cry; to weep

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

κλαίω — to cry; to weep.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κλαίω κλαίγομαι
εσύ — you κλαις κλαίγεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κλαίει κλαίγεται
εμείς — we κλαίμε κλαιγόμαστε
εσείς — you (plural / polite) κλαίτε κλαίγεστε, κλαιγόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κλαίνε, κλαιν κλαίγονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έκλαιγα κλαιγόμουν(α)
εσύ — you έκλαιγες κλαιγόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έκλαιγε κλαιγόταν(ε)
εμείς — we κλαίγαμε κλαιγόμασταν
εσείς — you (plural / polite) κλαίγατε κλαιγόσαστε, κλαιγόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they έκλαιγαν, κλαίγαν(ε) κλαίγονταν, κλαιγόντανε, κλαιγόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έκλαψα κλαύτηκα
εσύ — you έκλαψες κλαύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έκλαψε κλαύτηκε
εμείς — we κλάψαμε κλαυτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) κλάψατε κλαυτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έκλαψαν, κλάψαν(ε) κλαύτηκαν, κλαυτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω κλάψει έχω κλαυτεί
εσύ — you έχεις κλάψει έχεις κλαυτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει κλάψει έχει κλαυτεί
εμείς — we έχουμε κλάψει έχουμε κλαυτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε κλάψει έχετε κλαυτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν κλάψει έχουν κλαυτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα κλάψει είχα κλαυτεί
εσύ — you είχες κλάψει είχες κλαυτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε κλάψει είχε κλαυτεί
εμείς — we είχαμε κλάψει είχαμε κλαυτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε κλάψει είχατε κλαυτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν κλάψει είχαν κλαυτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κλαίω θα κλαίγομαι
εσύ — you θα κλαις θα κλαίγεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κλαίει θα κλαίγεται
εμείς — we θα κλαίμε θα κλαιγόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα κλαίτε θα κλαίγεστε, θα κλαιγόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κλαίνε θα κλαίγονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κλάψω θα κλαυτώ
εσύ — you θα κλάψεις θα κλαυτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κλάψει θα κλαυτεί
εμείς — we θα κλάψουμε, θα κλάψομε θα κλαυτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα κλάψετε θα κλαυτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κλάψουν(ε) θα κλαυτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω κλάψει θα έχω κλαυτεί
εσύ — you θα έχεις κλάψει θα έχεις κλαυτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει κλάψει θα έχει κλαυτεί
εμείς — we θα έχουμε κλάψει θα έχουμε κλαυτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε κλάψει θα έχετε κλαυτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν κλάψει θα έχουν κλαυτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κλαίω να κλαίγομαι
εσύ — you να κλαις να κλαίγεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κλαίει να κλαίγεται
εμείς — we να κλαίμε να κλαιγόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να κλαίτε να κλαίγεστε, να κλαιγόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κλαίνε, να κλαιν να κλαίγονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κλάψω να κλαυτώ
εσύ — you να κλάψεις να κλαυτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κλάψει να κλαυτεί
εμείς — we να κλάψουμε, να κλάψομε να κλαυτούμε
εσείς — you (plural / polite) να κλάψετε να κλαυτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κλάψουν(ε) να κλαυτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω κλάψει να έχω κλαυτεί
εσύ — you να έχεις κλάψει να έχεις κλαυτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει κλάψει να έχει κλαυτεί
εμείς — we να έχουμε κλάψει να έχουμε κλαυτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε κλάψει να έχετε κλαυτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν κλάψει να έχουν κλαυτεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous κλαίγε κλαίτε — —
Simple κλάψε κλάψτε κλάψου κλαυτείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Κλαίω describes crying or weeping; it can also mean to mourn someone. Κλαίγομαι normally means to complain or whine, rather than an ordinary passive of cry.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Το παιδί έκλαψε.

The child cried.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — κλαίω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/klaio/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /klaio/