Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

γελάω — to laugh; γελιέμαι: to be mistaken

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Everyday Greek · Core 100

γελάω: core forms & usage

to laugh

The aorist uses α: γέλασα. The simple future is θα γελάσω.

Γελάμε με την αστεία ιστορία.

We laugh at the funny story.

Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.

See the six persons in each core tense

Present

PersonForms
Iγελάω, γελώ
you (singular)γελάς
he / she / itγελάει, γελά
weγελάμε, γελούμε
you (plural or polite)γελάτε
theyγελάν, γελάνε, γελούν, γελούνε

Imperfect

PersonForms
Iγελούσα, γέλαγα
you (singular)γελούσες, γέλαγες
he / she / itγελούσε, γέλαγε
weγελούσαμε, γελάγαμε
you (plural or polite)γελούσατε, γελάγατε
theyγελούσαν, γελούσανε, γέλαγαν, γελάγανε

Simple past (aorist)

PersonForms
Iγέλασα
you (singular)γέλασες
he / she / itγέλασε
weγελάσαμε
you (plural or polite)γελάσατε
theyγέλασαν, γελάσαν, γελάσανε

Simple future

PersonForms
Iθα γελάσω
you (singular)θα γελάσεις
he / she / itθα γελάσει
weθα γελάσουμε, θα γελάσομε
you (plural or polite)θα γελάσετε
theyθα γελάσουν, θα γελάσουνε

About this collection

Identify a form of this verb → · Explore all 100 verbs

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

See this verb in use

Γελάμε με το αστείο.

We are laughing at the joke.

Γελάω / γελώ means laugh. The middle/passive form γελιέμαι can mean be mistaken: γελιέσαι means “you are mistaken”. Learn that meaning separately.

Compare the meanings: κλαίω (klaio) — to cry; to weep

γελάω — to laugh; γελιέμαι: to be mistaken.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I γελάω, γελώ γελιέμαι
εσύ — you γελάς γελιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it γελάει, γελά γελιέται
εμείς — we γελάμε, γελούμε γελιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) γελάτε γελιέστε, γελιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they γελάν(ε), γελούν(ε) γελιούνται, γελιόνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I γελούσα, γέλαγα γελιόμουν(α)
εσύ — you γελούσες, γέλαγες γελιόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it γελούσε, γέλαγε γελιόταν(ε)
εμείς — we γελούσαμε, γελάγαμε γελιόμασταν
εσείς — you (plural / polite) γελούσατε, γελάγατε γελιόσαστε, γελιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they γελούσαν(ε), γέλαγαν, γελάγανε γελιόνταν(ε), γελιούνταν, γελιόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I γέλασα γελάστηκα
εσύ — you γέλασες γελάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it γέλασε γελάστηκε
εμείς — we γελάσαμε γελαστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) γελάσατε γελαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they γέλασαν, γελάσαν(ε) γελάστηκαν, γελαστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω γελάσει έχω γελαστεί
εσύ — you έχεις γελάσει έχεις γελαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει γελάσει έχει γελαστεί
εμείς — we έχουμε γελάσει έχουμε γελαστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε γελάσει έχετε γελαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν γελάσει έχουν γελαστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα γελάσει είχα γελαστεί
εσύ — you είχες γελάσει είχες γελαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε γελάσει είχε γελαστεί
εμείς — we είχαμε γελάσει είχαμε γελαστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε γελάσει είχατε γελαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν γελάσει είχαν γελαστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα γελάω, θα γελώ θα γελιέμαι
εσύ — you θα γελάς θα γελιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα γελάει, θα γελά θα γελιέται
εμείς — we θα γελάμε, θα γελούμε θα γελιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα γελάτε θα γελιέστε, θα γελιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα γελάν(ε), θα γελούν(ε) θα γελιούνται, θα γελιόνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα γελάσω θα γελαστώ
εσύ — you θα γελάσεις θα γελαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα γελάσει θα γελαστεί
εμείς — we θα γελάσουμε, θα γελάσομε θα γελαστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα γελάσετε θα γελαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα γελάσουν(ε) θα γελαστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω γελάσει θα έχω γελαστεί
εσύ — you θα έχεις γελάσει θα έχεις γελαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει γελάσει θα έχει γελαστεί
εμείς — we θα έχουμε γελάσει θα έχουμε γελαστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε γελάσει θα έχετε γελαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν γελάσει θα έχουν γελαστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να γελάω, να γελώ να γελιέμαι
εσύ — you να γελάς να γελιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να γελάει, να γελά να γελιέται
εμείς — we να γελάμε, να γελούμε να γελιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να γελάτε να γελιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να γελάν(ε), να γελούν(ε) να γελιούνται, να γελιόνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να γελάσω να γελαστώ
εσύ — you να γελάσεις να γελαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να γελάσει να γελαστεί
εμείς — we να γελάσουμε, να γελάσομε να γελαστούμε
εσείς — you (plural / polite) να γελάσετε να γελαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να γελάσουν(ε) να γελαστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω γελάσει να έχω γελαστεί
εσύ — you να έχεις γελάσει να έχεις γελαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει γελάσει να έχει γελαστεί
εμείς — we να έχουμε γελάσει να έχουμε γελαστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε γελάσει να έχετε γελαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν γελάσει να έχουν γελαστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous γέλα, γέλαγε γελάτε — —
Simple γέλασε γελάστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Γελιέμαι normally means to be mistaken or deceived, not to be laughed at. Γελασμένος can mean mistaken or deceived; γελαστός means smiling or cheerful.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Αν νομίζεις ότι τελείωσε, γελιέσαι.

If you think it is over, you are mistaken.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — γελάω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/gelao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /gelao/