Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Everyday Greek · Core 100
γελάω: core forms & usage
to laugh
The aorist uses α: γέλασα. The simple future is θα γελάσω.
Γελάμε με την αστεία ιστορία.
We laugh at the funny story.
Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.
See the six persons in each core tense
Present
| Person | Forms |
|---|---|
| I | γελάω, γελώ |
| you (singular) | γελάς |
| he / she / it | γελάει, γελά |
| we | γελάμε, γελούμε |
| you (plural or polite) | γελάτε |
| they | γελάν, γελάνε, γελούν, γελούνε |
Imperfect
| Person | Forms |
|---|---|
| I | γελούσα, γέλαγα |
| you (singular) | γελούσες, γέλαγες |
| he / she / it | γελούσε, γέλαγε |
| we | γελούσαμε, γελάγαμε |
| you (plural or polite) | γελούσατε, γελάγατε |
| they | γελούσαν, γελούσανε, γέλαγαν, γελάγανε |
Simple past (aorist)
| Person | Forms |
|---|---|
| I | γέλασα |
| you (singular) | γέλασες |
| he / she / it | γέλασε |
| we | γελάσαμε |
| you (plural or polite) | γελάσατε |
| they | γέλασαν, γελάσαν, γελάσανε |
Simple future
| Person | Forms |
|---|---|
| I | θα γελάσω |
| you (singular) | θα γελάσεις |
| he / she / it | θα γελάσει |
| we | θα γελάσουμε, θα γελάσομε |
| you (plural or polite) | θα γελάσετε |
| they | θα γελάσουν, θα γελάσουνε |
See this verb in use
Γελάμε με το αστείο.
We are laughing at the joke.
Γελάω / γελώ means laugh. The middle/passive form γελιέμαι can mean be mistaken: γελιέσαι means “you are mistaken”. Learn that meaning separately.
Compare the meanings: κλαίω (klaio) — to cry; to weep
γελάω — to laugh; γελιέμαι: to be mistaken.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | γελάω, γελώ | γελιέμαι |
| εσύ — you | γελάς | γελιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | γελάει, γελά | γελιέται |
| εμείς — we | γελάμε, γελούμε | γελιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | γελάτε | γελιέστε, γελιόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | γελάν(ε), γελούν(ε) | γελιούνται, γελιόνται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | γελούσα, γέλαγα | γελιόμουν(α) |
| εσύ — you | γελούσες, γέλαγες | γελιόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | γελούσε, γέλαγε | γελιόταν(ε) |
| εμείς — we | γελούσαμε, γελάγαμε | γελιόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | γελούσατε, γελάγατε | γελιόσαστε, γελιόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | γελούσαν(ε), γέλαγαν, γελάγανε | γελιόνταν(ε), γελιούνταν, γελιόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | γέλασα | γελάστηκα |
| εσύ — you | γέλασες | γελάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | γέλασε | γελάστηκε |
| εμείς — we | γελάσαμε | γελαστήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | γελάσατε | γελαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | γέλασαν, γελάσαν(ε) | γελάστηκαν, γελαστήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω γελάσει | έχω γελαστεί |
| εσύ — you | έχεις γελάσει | έχεις γελαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει γελάσει | έχει γελαστεί |
| εμείς — we | έχουμε γελάσει | έχουμε γελαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε γελάσει | έχετε γελαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν γελάσει | έχουν γελαστεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα γελάσει | είχα γελαστεί |
| εσύ — you | είχες γελάσει | είχες γελαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε γελάσει | είχε γελαστεί |
| εμείς — we | είχαμε γελάσει | είχαμε γελαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε γελάσει | είχατε γελαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν γελάσει | είχαν γελαστεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα γελάω, θα γελώ | θα γελιέμαι |
| εσύ — you | θα γελάς | θα γελιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα γελάει, θα γελά | θα γελιέται |
| εμείς — we | θα γελάμε, θα γελούμε | θα γελιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα γελάτε | θα γελιέστε, θα γελιόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα γελάν(ε), θα γελούν(ε) | θα γελιούνται, θα γελιόνται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα γελάσω | θα γελαστώ |
| εσύ — you | θα γελάσεις | θα γελαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα γελάσει | θα γελαστεί |
| εμείς — we | θα γελάσουμε, θα γελάσομε | θα γελαστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα γελάσετε | θα γελαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα γελάσουν(ε) | θα γελαστούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω γελάσει | θα έχω γελαστεί |
| εσύ — you | θα έχεις γελάσει | θα έχεις γελαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει γελάσει | θα έχει γελαστεί |
| εμείς — we | θα έχουμε γελάσει | θα έχουμε γελαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε γελάσει | θα έχετε γελαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν γελάσει | θα έχουν γελαστεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να γελάω, να γελώ | να γελιέμαι |
| εσύ — you | να γελάς | να γελιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να γελάει, να γελά | να γελιέται |
| εμείς — we | να γελάμε, να γελούμε | να γελιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να γελάτε | να γελιέστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να γελάν(ε), να γελούν(ε) | να γελιούνται, να γελιόνται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να γελάσω | να γελαστώ |
| εσύ — you | να γελάσεις | να γελαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να γελάσει | να γελαστεί |
| εμείς — we | να γελάσουμε, να γελάσομε | να γελαστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να γελάσετε | να γελαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να γελάσουν(ε) | να γελαστούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω γελάσει | να έχω γελαστεί |
| εσύ — you | να έχεις γελάσει | να έχεις γελαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει γελάσει | να έχει γελαστεί |
| εμείς — we | να έχουμε γελάσει | να έχουμε γελαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε γελάσει | να έχετε γελαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν γελάσει | να έχουν γελαστεί |
Imperative · Προστακτική
| Aspect | Active: εσύ | Active: εσείς | Passive: εσύ | Passive: εσείς |
|---|---|---|---|---|
| Continuous | γέλα, γέλαγε | γελάτε | — | — |
| Simple | γέλασε | γελάστε | — | — |
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Γελιέμαι normally means to be mistaken or deceived, not to be laughed at. Γελασμένος can mean mistaken or deceived; γελαστός means smiling or cheerful.
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
Αν νομίζεις ότι τελείωσε, γελιέσαι.
If you think it is over, you are mistaken.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — γελάω.
https://moderngreekverbs.com/gelao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.