γεμίζω (gemizo) — to fill; to become full

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

γεμίζω — to fill; to become full.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I γεμίζω
εσύ — you γεμίζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it γεμίζει
εμείς — we γεμίζουμε, γεμίζομε
εσείς — you (plural / polite) γεμίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they γεμίζουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I γέμιζα
εσύ — you γέμιζες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it γέμιζε
εμείς — we γεμίζαμε
εσείς — you (plural / polite) γεμίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they γέμιζαν, γεμίζαν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I γέμισα
εσύ — you γέμισες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it γέμισε
εμείς — we γεμίσαμε
εσείς — you (plural / polite) γεμίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they γέμισαν, γεμίσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω γεμίσει
εσύ — you έχεις γεμίσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει γεμίσει
εμείς — we έχουμε γεμίσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε γεμίσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν γεμίσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα γεμίσει
εσύ — you είχες γεμίσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε γεμίσει
εμείς — we είχαμε γεμίσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε γεμίσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν γεμίσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα γεμίζω
εσύ — you θα γεμίζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα γεμίζει
εμείς — we θα γεμίζουμε, θα γεμίζομε
εσείς — you (plural / polite) θα γεμίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα γεμίζουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα γεμίσω
εσύ — you θα γεμίσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα γεμίσει
εμείς — we θα γεμίσουμε, θα γεμίσομε
εσείς — you (plural / polite) θα γεμίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα γεμίσουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω γεμίσει
εσύ — you θα έχεις γεμίσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει γεμίσει
εμείς — we θα έχουμε γεμίσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε γεμίσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν γεμίσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να γεμίζω
εσύ — you να γεμίζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να γεμίζει
εμείς — we να γεμίζουμε, να γεμίζομε
εσείς — you (plural / polite) να γεμίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να γεμίζουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να γεμίσω
εσύ — you να γεμίσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να γεμίσει
εμείς — we να γεμίσουμε, να γεμίσομε
εσείς — you (plural / polite) να γεμίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να γεμίσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω γεμίσει
εσύ — you να έχεις γεμίσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει γεμίσει
εμείς — we να έχουμε γεμίσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε γεμίσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν γεμίσει

Imperative · Προστακτική

γέμιζε / γεμίζετε

Simple: γέμισε (εσύ); γεμίστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Γεμίζω can be transitive (fill something) or intransitive (become full).

Γέμισε το ποτήρι με νερό.

Fill the glass with water.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — γεμίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/gemizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /gemizo/