κινώ (kino) — to move; to set in motion

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

κινώ — to move; to set in motion.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κινώ κινούμαι
εσύ — you κινείς κινείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κινεί κινείται
εμείς — we κινούμε κινούμαστε
εσείς — you (plural / polite) κινείτε κινείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κινούν(ε) κινούνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κινούσα κινούμουν
εσύ — you κινούσες κινούσουν
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κινούσε κινούνταν, κινείτο
εμείς — we κινούσαμε κινούμασταν
εσείς — you (plural / polite) κινούσατε κινούσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they κινούσαν(ε) κινούνταν, κινούντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κίνησα κινήθηκα
εσύ — you κίνησες κινήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κίνησε κινήθηκε
εμείς — we κινήσαμε κινηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) κινήσατε κινηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κίνησαν, κινήσαν(ε) κινήθηκαν, κινηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω κινήσει έχω κινηθεί
εσύ — you έχεις κινήσει έχεις κινηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει κινήσει έχει κινηθεί
εμείς — we έχουμε κινήσει έχουμε κινηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε κινήσει έχετε κινηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν κινήσει έχουν κινηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα κινήσει είχα κινηθεί
εσύ — you είχες κινήσει είχες κινηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε κινήσει είχε κινηθεί
εμείς — we είχαμε κινήσει είχαμε κινηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε κινήσει είχατε κινηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν κινήσει είχαν κινηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κινώ θα κινούμαι
εσύ — you θα κινείς θα κινείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κινεί θα κινείται
εμείς — we θα κινούμε θα κινούμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα κινείτε θα κινείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κινούν(ε) θα κινούνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κινήσω θα κινηθώ
εσύ — you θα κινήσεις θα κινηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κινήσει θα κινηθεί
εμείς — we θα κινήσουμε θα κινηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα κινήσετε θα κινηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κινήσουν(ε) θα κινηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω κινήσει θα έχω κινηθεί
εσύ — you θα έχεις κινήσει θα έχεις κινηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει κινήσει θα έχει κινηθεί
εμείς — we θα έχουμε κινήσει θα έχουμε κινηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε κινήσει θα έχετε κινηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν κινήσει θα έχουν κινηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κινώ να κινούμαι
εσύ — you να κινείς να κινείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κινεί να κινείται
εμείς — we να κινούμε να κινούμαστε
εσείς — you (plural / polite) να κινείτε να κινείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κινούν(ε) να κινούνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κινήσω να κινηθώ
εσύ — you να κινήσεις να κινηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κινήσει να κινηθεί
εμείς — we να κινήσουμε, να κινήσομε να κινηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να κινήσετε να κινηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κινήσουν(ε) να κινηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω κινήσει να έχω κινηθεί
εσύ — you να έχεις κινήσει να έχεις κινηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει κινήσει να έχει κινηθεί
εμείς — we να έχουμε κινήσει να έχουμε κινηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε κινήσει να έχετε κινηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν κινήσει να έχουν κινηθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous — κινείτε — —
Simple κίνησε κινήστε κινήσου κινηθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Κινώ usually moves something; κινούμαι describes moving oneself, travelling, or being in motion. Κινείτο / κινούντο are learned imperfect variants.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Το αυτοκίνητο κινείται αργά.

The car is moving slowly.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — κινώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/kino/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /kino/