δέχομαι (dexomai) — to accept, receive, welcome

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

δέχομαι means “to accept,” “to receive” or “to welcome.” It is deponent: middle/passive endings carry an active meaning. It may also describe receiving something unwelcome, such as criticism.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I δέχομαι
εσύ — you δέχεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δέχεται
εμείς — we δεχόμαστε
εσείς — you (plural / polite) δέχεστε, δεχόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they δέχονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I δεχόμουν(α)
εσύ — you δεχόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δεχόταν(ε)
εμείς — we δεχόμασταν
εσείς — you (plural / polite) δεχόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they δέχονταν, δεχόντανε, δεχόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I δέχθηκα, δέχτηκα
εσύ — you δέχθηκες, δέχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δέχθηκε, δέχτηκε
εμείς — we δεχθήκαμε, δεχτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) δεχθήκατε, δεχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they δέχθηκαν/δέχτηκαν, δεχθήκαν(ε)/δεχτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω δεχτεί
εσύ — you έχεις δεχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει δεχτεί
εμείς — we έχουμε δεχτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε δεχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν δεχτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα δεχτεί
εσύ — you είχες δεχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε δεχτεί
εμείς — we είχαμε δεχτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε δεχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν δεχτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα δέχομαι
εσύ — you θα δέχεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα δέχεται
εμείς — we θα δεχόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα δέχεστε, θα δεχόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα δέχονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα δεχθώ, θα δεχτώ
εσύ — you θα δεχθείς, θα δεχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα δεχθεί, θα δεχτεί
εμείς — we θα δεχθούμε, θα δεχτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα δεχθείτε, θα δεχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα δεχθούν(ε), θα δεχτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω δεχτεί
εσύ — you θα έχεις δεχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει δεχτεί
εμείς — we θα έχουμε δεχτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε δεχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν δεχτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να δέχομαι
εσύ — you να δέχεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να δέχεται
εμείς — we να δεχόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να δέχεστε, να δεχόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να δέχονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να δεχθώ, να δεχτώ
εσύ — you να δεχθείς, να δεχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να δεχθεί, να δεχτεί
εμείς — we να δεχθούμε, να δεχτούμε
εσείς — you (plural / polite) να δεχθείτε, να δεχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να δεχθούν(ε), να δεχτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω δεχτεί
εσύ — you να έχεις δεχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει δεχτεί
εμείς — we να έχουμε δεχτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε δεχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν δεχτεί

Imperative · Προστακτική

For a repeated or continuing action, use να δέχεσαι (εσύ) or δέχεστε (εσείς).

Simple: δέξου (εσύ); δεχτείτε, δεχθείτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Both τ and θ series occur: δέχτηκα / δέχθηκα, δεχτώ / δεχθώ, έχω δεχτεί / έχω δεχθεί. The compound-tense tables use δεχτεί; δεχθεί can be substituted throughout.
  • Formal present participle: δεχόμενος, δεχόμενη, δεχόμενο (accepting / receiving). No ordinary result participle is needed to build the perfect έχω δεχτεί.

Δέχτηκα την πρόσκλησή σου με χαρά.

I gladly accepted your invitation.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — δέχομαι.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/dexomai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /dexomai/