διαβαίνω (diabaino) — to cross, pass through

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

διαβαίνω means “to cross,” “to pass through” or “to pass by.” It is chiefly literary; everyday alternatives include περνάω and διασχίζω, according to context.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I διαβαίνω
εσύ — you διαβαίνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διαβαίνει
εμείς — we διαβαίνουμε, διαβαίνομε
εσείς — you (plural / polite) διαβαίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διαβαίνουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I διάβαινα
εσύ — you διάβαινες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διάβαινε
εμείς — we διαβαίναμε
εσείς — you (plural / polite) διαβαίνατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διάβαιναν, διαβαίναν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I διάβηκα
εσύ — you διάβηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διάβηκε
εμείς — we διαβήκαμε
εσείς — you (plural / polite) διαβήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διάβηκαν, διαβήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω διαβεί
εσύ — you έχεις διαβεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει διαβεί
εμείς — we έχουμε διαβεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε διαβεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν διαβεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα διαβεί
εσύ — you είχες διαβεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε διαβεί
εμείς — we είχαμε διαβεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε διαβεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν διαβεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα διαβαίνω
εσύ — you θα διαβαίνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διαβαίνει
εμείς — we θα διαβαίνουμε, θα διαβαίνομε
εσείς — you (plural / polite) θα διαβαίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διαβαίνουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα διαβώ
εσύ — you θα διαβείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διαβεί
εμείς — we θα διαβούμε
εσείς — you (plural / polite) θα διαβείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διαβούν

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω διαβεί
εσύ — you θα έχεις διαβεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει διαβεί
εμείς — we θα έχουμε διαβεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε διαβεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν διαβεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να διαβαίνω
εσύ — you να διαβαίνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διαβαίνει
εμείς — we να διαβαίνουμε, να διαβαίνομε
εσείς — you (plural / polite) να διαβαίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διαβαίνουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να διαβώ
εσύ — you να διαβείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διαβεί
εμείς — we να διαβούμε
εσείς — you (plural / polite) να διαβείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διαβούν

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω διαβεί
εσύ — you να έχεις διαβεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει διαβεί
εμείς — we να έχουμε διαβεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε διαβεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν διαβεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: διάβαινε (εσύ); διαβαίνετε (εσείς). These forms share the literary register of the verb.

Simple: διάβα (εσύ); διαβείτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The main perfective series is διαβώ, διαβείς, διαβεί, διαβούμε, διαβείτε, διαβούν; the perfect is έχω διαβεί.
  • Literary variants with initial stress, such as διάβω and διάβει, also occur. The tables keep the διαβώ series together instead of mixing accent patterns.
  • Present participle: διαβαίνοντας. The aorist is διάβηκα; this verb has no ordinary passive paradigm.

Διάβηκαν τη γέφυρα και συνέχισαν τον δρόμο τους.

They crossed the bridge and continued on their way.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — διαβαίνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/diabaino/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /diabaino/