Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Everyday Greek · Core 100
διαβάζω: core forms & usage
to read; to study
The meaning can be reading or studying. Compare διάβαζα with διάβασα; the latter presents the activity as a whole.
Διαβάζω ένα βιβλίο στο τρένο.
I read a book on the train.
Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.
See the six persons in each core tense
Present
| Person | Forms |
|---|---|
| I | διαβάζω |
| you (singular) | διαβάζεις |
| he / she / it | διαβάζει |
| we | διαβάζουμε, διαβάζομε |
| you (plural or polite) | διαβάζετε |
| they | διαβάζουν, διαβάζουνε |
Imperfect
| Person | Forms |
|---|---|
| I | διάβαζα |
| you (singular) | διάβαζες |
| he / she / it | διάβαζε |
| we | διαβάζαμε |
| you (plural or polite) | διαβάζατε |
| they | διάβαζαν, διαβάζαν, διαβάζανε |
Simple past (aorist)
| Person | Forms |
|---|---|
| I | διάβασα |
| you (singular) | διάβασες |
| he / she / it | διάβασε |
| we | διαβάσαμε |
| you (plural or polite) | διαβάσατε |
| they | διάβασαν, διαβάσαν, διαβάσανε |
Simple future
| Person | Forms |
|---|---|
| I | θα διαβάσω |
| you (singular) | θα διαβάσεις |
| he / she / it | θα διαβάσει |
| we | θα διαβάσουμε, θα διαβάσομε |
| you (plural or polite) | θα διαβάσετε |
| they | θα διαβάσουν, θα διαβάσουνε |
See this verb in use
Διαβάζω ένα βιβλίο πριν κοιμηθώ.
I read a book before going to sleep.
Διαβάζω can mean read or study. Διαβάζω για τις εξετάσεις means “I study for the exams”. Μαθαίνω emphasises learning or finding something out.
Compare the meanings: μαθαίνω (mathaino) — to learn; to find out; to teach · διδάσκω (didasko) — to teach
διαβάζω means “to read” and also “to study.” Passive διαβάζομαι describes something being read; a text that διαβάζεται εύκολα is easy to read.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | διαβάζω | διαβάζομαι |
| εσύ — you | διαβάζεις | διαβάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | διαβάζει | διαβάζεται |
| εμείς — we | διαβάζουμε, διαβάζομε | διαβαζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | διαβάζετε | διαβάζεστε, διαβαζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | διαβάζουν(ε) | διαβάζονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | διάβαζα | διαβαζόμουν(α) |
| εσύ — you | διάβαζες | διαβαζόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | διάβαζε | διαβαζόταν(ε) |
| εμείς — we | διαβάζαμε | διαβαζόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | διαβάζατε | διαβαζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | διάβαζαν, διαβάζαν(ε) | διαβάζονταν, διαβαζόντανε, διαβαζόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | διάβασα | διαβάστηκα |
| εσύ — you | διάβασες | διαβάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | διάβασε | διαβάστηκε |
| εμείς — we | διαβάσαμε | διαβαστήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | διαβάσατε | διαβαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | διάβασαν, διαβάσαν(ε) | διαβάστηκαν, διαβαστήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω διαβάσει | έχω διαβαστεί |
| εσύ — you | έχεις διαβάσει | έχεις διαβαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει διαβάσει | έχει διαβαστεί |
| εμείς — we | έχουμε διαβάσει | έχουμε διαβαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε διαβάσει | έχετε διαβαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν διαβάσει | έχουν διαβαστεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα διαβάσει | είχα διαβαστεί |
| εσύ — you | είχες διαβάσει | είχες διαβαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε διαβάσει | είχε διαβαστεί |
| εμείς — we | είχαμε διαβάσει | είχαμε διαβαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε διαβάσει | είχατε διαβαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν διαβάσει | είχαν διαβαστεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα διαβάζω | θα διαβάζομαι |
| εσύ — you | θα διαβάζεις | θα διαβάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα διαβάζει | θα διαβάζεται |
| εμείς — we | θα διαβάζουμε, θα διαβάζομε | θα διαβαζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα διαβάζετε | θα διαβάζεστε, θα διαβαζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα διαβάζουν(ε) | θα διαβάζονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα διαβάσω | θα διαβαστώ |
| εσύ — you | θα διαβάσεις | θα διαβαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα διαβάσει | θα διαβαστεί |
| εμείς — we | θα διαβάσουμε, θα διαβάσομε | θα διαβαστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα διαβάσετε | θα διαβαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα διαβάσουν(ε) | θα διαβαστούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω διαβάσει | θα έχω διαβαστεί |
| εσύ — you | θα έχεις διαβάσει | θα έχεις διαβαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει διαβάσει | θα έχει διαβαστεί |
| εμείς — we | θα έχουμε διαβάσει | θα έχουμε διαβαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε διαβάσει | θα έχετε διαβαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν διαβάσει | θα έχουν διαβαστεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να διαβάζω | να διαβάζομαι |
| εσύ — you | να διαβάζεις | να διαβάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να διαβάζει | να διαβάζεται |
| εμείς — we | να διαβάζουμε, να διαβάζομε | να διαβαζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να διαβάζετε | να διαβάζεστε, να διαβαζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να διαβάζουν(ε) | να διαβάζονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να διαβάσω | να διαβαστώ |
| εσύ — you | να διαβάσεις | να διαβαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να διαβάσει | να διαβαστεί |
| εμείς — we | να διαβάσουμε, να διαβάσομε | να διαβαστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να διαβάσετε | να διαβαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να διαβάσουν | να διαβαστούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω διαβάσει | να έχω διαβαστεί |
| εσύ — you | να έχεις διαβάσει | να έχεις διαβαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει διαβάσει | να έχει διαβαστεί |
| εμείς — we | να έχουμε διαβάσει | να έχουμε διαβαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε διαβάσει | να έχετε διαβαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν διαβάσει | να έχουν διαβαστεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: διάβαζε (εσύ); διαβάζετε (εσείς). For advice about studying, a να-construction is also common: να διαβάζεις.
Simple: διάβασε (εσύ); διαβάστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Present participle: διαβάζοντας. Passive present participle: διαβαζόμενος, διαβαζόμενη, διαβαζόμενο.
- Διαβασμένος, διαβασμένη, διαβασμένο can mean well-read or prepared through study. It does not always mean simply “having been read.”
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
Διαβάζω για τις εξετάσεις.
I am studying for the exams.
Το βιβλίο διαβάζεται εύκολα.
The book is easy to read.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — διαβάζω.
https://moderngreekverbs.com/diabazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.