αρραβωνιάζω (arraboniazo) — to betroth; αρραβωνιάζομαι — to get engaged

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

αρραβωνιάζω — to betroth; to arrange an engagement

For getting engaged yourself, use αρραβωνιάζομαι, not αρραβωνιάζω.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I αρραβωνιάζω αρραβωνιάζομαι
εσύ — you αρραβωνιάζεις αρραβωνιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it αρραβωνιάζει αρραβωνιάζεται
εμείς — we αρραβωνιάζουμε, αρραβωνιάζομε αρραβωνιαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) αρραβωνιάζετε αρραβωνιάζεστε, αρραβωνιαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they αρραβωνιάζουν(ε) αρραβωνιάζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I αρραβώνιαζα αρραβωνιαζόμουν(α)
εσύ — you αρραβώνιαζες αρραβωνιαζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it αρραβώνιαζε αρραβωνιαζόταν(ε)
εμείς — we αρραβωνιάζαμε αρραβωνιαζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) αρραβωνιάζατε αρραβωνιαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they αρραβώνιαζαν, αρραβωνιάζαν(ε) αρραβωνιάζονταν, αρραβωνιαζόντανε, αρραβωνιαζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I αρραβώνιασα αρραβωνιάστηκα
εσύ — you αρραβώνιασες αρραβωνιάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it αρραβώνιασε αρραβωνιάστηκε
εμείς — we αρραβωνιάσαμε αρραβωνιαστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) αρραβωνιάσατε αρραβωνιαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they αρραβώνιασαν, αρραβωνιάσαν(ε) αρραβωνιάστηκαν, αρραβωνιαστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω αρραβωνιάσει έχω αρραβωνιαστεί
εσύ — you έχεις αρραβωνιάσει έχεις αρραβωνιαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει αρραβωνιάσει έχει αρραβωνιαστεί
εμείς — we έχουμε αρραβωνιάσει έχουμε αρραβωνιαστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε αρραβωνιάσει έχετε αρραβωνιαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν αρραβωνιάσει έχουν αρραβωνιαστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα αρραβωνιάσει είχα αρραβωνιαστεί
εσύ — you είχες αρραβωνιάσει είχες αρραβωνιαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε αρραβωνιάσει είχε αρραβωνιαστεί
εμείς — we είχαμε αρραβωνιάσει είχαμε αρραβωνιαστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε αρραβωνιάσει είχατε αρραβωνιαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν αρραβωνιάσει είχαν αρραβωνιαστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα αρραβωνιάζω θα αρραβωνιάζομαι
εσύ — you θα αρραβωνιάζεις θα αρραβωνιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα αρραβωνιάζει θα αρραβωνιάζεται
εμείς — we θα αρραβωνιάζουμε, θα αρραβωνιάζομε θα αρραβωνιαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα αρραβωνιάζετε θα αρραβωνιάζεστε, θα αρραβωνιαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα αρραβωνιάζουν(ε) θα αρραβωνιάζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα αρραβωνιάσω θα αρραβωνιαστώ
εσύ — you θα αρραβωνιάσεις θα αρραβωνιαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα αρραβωνιάσει θα αρραβωνιαστεί
εμείς — we θα αρραβωνιάσουμε / θα αρραβωνιάσομε θα αρραβωνιαστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα αρραβωνιάσετε θα αρραβωνιαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα αρραβωνιάσουν(ε) θα αρραβωνιαστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω αρραβωνιάσει θα έχω αρραβωνιαστεί
εσύ — you θα έχεις αρραβωνιάσει θα έχεις αρραβωνιαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει αρραβωνιάσει θα έχει αρραβωνιαστεί
εμείς — we θα έχουμε αρραβωνιάσει θα έχουμε αρραβωνιαστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε αρραβωνιάσει θα έχετε αρραβωνιαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν αρραβωνιάσει θα έχουν αρραβωνιαστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να αρραβωνιάζω να αρραβωνιάζομαι
εσύ — you να αρραβωνιάζεις να αρραβωνιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να αρραβωνιάζει να αρραβωνιάζεται
εμείς — we να αρραβωνιάζουμε, να αρραβωνιάζομε να αρραβωνιαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να αρραβωνιάζετε να αρραβωνιάζεστε, να αρραβωνιαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να αρραβωνιάζουν(ε) να αρραβωνιάζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να αρραβωνιάσω να αρραβωνιαστώ
εσύ — you να αρραβωνιάσεις να αρραβωνιαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να αρραβωνιάσει να αρραβωνιαστεί
εμείς — we να αρραβωνιάσουμε, να αρραβωνιάσομε να αρραβωνιαστούμε
εσείς — you (plural / polite) να αρραβωνιάσετε να αρραβωνιαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να αρραβωνιάσουν(ε) να αρραβωνιαστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω αρραβωνιάσει να έχω αρραβωνιαστεί
εσύ — you να έχεις αρραβωνιάσει να έχεις αρραβωνιαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει αρραβωνιάσει να έχει αρραβωνιαστεί
εμείς — we να έχουμε αρραβωνιάσει να έχουμε αρραβωνιαστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε αρραβωνιάσει να έχετε αρραβωνιαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν αρραβωνιάσει να έχουν αρραβωνιαστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous αρραβώνιαζε αρραβωνιάζετε να αρραβωνιάζεσαι (να-construction) αρραβωνιάζεστε
Simple αρραβώνιασε αρραβωνιάστε αρραβωνιάσου αρραβωνιαστείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Past: αρραβώνιασα (active); αρραβωνιάστηκα (got engaged).
  • The simple future is θα αρραβωνιάσουμε, not θα αρραβωνιάζομε. The latter uses the imperfective stem.
  • αρραβωνιάζοντας — betrothing; αρραβωνιαζόμενος, αρραβωνιαζόμενη, αρραβωνιαζόμενο — getting engaged.
  • Έχω αρραβωνιαστεί describes having got engaged; είμαι αρραβωνιασμένος / αρραβωνιασμένη describes being engaged.
  • Negative instructions: μην αρραβωνιάζεσαι / μην αρραβωνιαστείς.

Η Μαρία και ο Νίκος αρραβωνιάστηκαν.

Maria and Nikos got engaged.

Είναι αρραβωνιασμένη εδώ και έναν χρόνο.

She has been engaged for a year.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — αρραβωνιάζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/arraboniazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /arraboniazo/