δαμάζω (damazo) — to tame, subdue

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

δαμάζω means “to tame” an animal or “to subdue” or “bring under control,” including figurative uses.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δαμάζω δαμάζομαι
εσύ — you δαμάζεις δαμάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δαμάζει δαμάζεται
εμείς — we δαμάζουμε, δαμάζομε δαμαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) δαμάζετε δαμάζεστε, δαμαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they δαμάζουν(ε) δαμάζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δάμαζα δαμαζόμουν(α)
εσύ — you δάμαζες δαμαζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δάμαζε δαμαζόταν(ε)
εμείς — we δαμάζαμε δαμαζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) δαμάζατε δαμαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they δάμαζαν, δαμάζαν(ε) δαμάζονταν, δαμαζόντανε, δαμαζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δάμασα δαμάστηκα
εσύ — you δάμασες δαμάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δάμασε δαμάστηκε
εμείς — we δαμάσαμε δαμαστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) δαμάσατε δαμαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they δάμασαν, δαμάσαν(ε) δαμάστηκαν, δαμαστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω δαμάσει έχω δαμαστεί
εσύ — you έχεις δαμάσει έχεις δαμαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει δαμάσει έχει δαμαστεί
εμείς — we έχουμε δαμάσει έχουμε δαμαστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε δαμάσει έχετε δαμαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν δαμάσει έχουν δαμαστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα δαμάσει είχα δαμαστεί
εσύ — you είχες δαμάσει είχες δαμαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε δαμάσει είχε δαμαστεί
εμείς — we είχαμε δαμάσει είχαμε δαμαστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε δαμάσει είχατε δαμαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν δαμάσει είχαν δαμαστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα δαμάζω θα δαμάζομαι
εσύ — you θα δαμάζεις θα δαμάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα δαμάζει θα δαμάζεται
εμείς — we θα δαμάζουμε, θα δαμάζομε θα δαμαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα δαμάζετε θα δαμάζεστε, θα δαμαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα δαμάζουν(ε) θα δαμάζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα δαμάσω θα δαμαστώ
εσύ — you θα δαμάσεις θα δαμαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα δαμάσει θα δαμαστεί
εμείς — we θα δαμάσουμε, θα δαμάσομε θα δαμαστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα δαμάσετε θα δαμαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα δαμάσουν(ε) θα δαμαστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω δαμάσει θα έχω δαμαστεί
εσύ — you θα έχεις δαμάσει θα έχεις δαμαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει δαμάσει θα έχει δαμαστεί
εμείς — we θα έχουμε δαμάσει θα έχουμε δαμαστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε δαμάσει θα έχετε δαμαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν δαμάσει θα έχουν δαμαστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να δαμάζω να δαμάζομαι
εσύ — you να δαμάζεις να δαμάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να δαμάζει να δαμάζεται
εμείς — we να δαμάζουμε, να δαμάζομε να δαμαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να δαμάζετε να δαμάζεστε, να δαμαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να δαμάζουν(ε) να δαμάζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να δαμάσω να δαμαστώ
εσύ — you να δαμάσεις να δαμαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να δαμάσει να δαμαστεί
εμείς — we να δαμάσουμε, να δαμάσομε να δαμαστούμε
εσείς — you (plural / polite) να δαμάσετε να δαμαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να δαμάσουν(ε) να δαμαστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω δαμάσει να έχω δαμαστεί
εσύ — you να έχεις δαμάσει να έχεις δαμαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει δαμάσει να έχει δαμαστεί
εμείς — we να έχουμε δαμάσει να έχουμε δαμαστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε δαμάσει να έχετε δαμαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν δαμάσει να έχουν δαμαστεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: δάμαζε (εσύ); δαμάζετε (εσείς). Passive commands are uncommon.

Simple: δάμασε (εσύ); δαμάστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Present participle: δαμάζοντας. Result participle: δαμασμένος, δαμασμένη, δαμασμένο.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Ο εκπαιδευτής δάμασε το άλογο.

The trainer tamed the horse.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — δαμάζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/damazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /damazo/