Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

βράζω — to boil

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

βράζω — to boil

Both transitive (βράζω το νερό) and intransitive (το νερό βράζει). Passive forms describe something being boiled; personal human uses are unusual or figurative.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I βράζω βράζομαι
εσύ — you βράζεις βράζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it βράζει βράζεται
εμείς — we βράζουμε, βράζομε βραζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) βράζετε βράζεστε, βραζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they βράζουν(ε) βράζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έβραζα βραζόμουν(α)
εσύ — you έβραζες βραζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έβραζε βραζόταν(ε)
εμείς — we βράζαμε βραζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) βράζατε βραζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they έβραζαν, βράζαν(ε) βράζονταν, βραζόντανε, βραζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έβρασα βράστηκα
εσύ — you έβρασες βράστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έβρασε βράστηκε
εμείς — we βράσαμε βραστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) βράσατε βραστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έβρασαν, βράσαν(ε) βράστηκαν, βραστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω βράσει έχω βραστεί
εσύ — you έχεις βράσει έχεις βραστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει βράσει έχει βραστεί
εμείς — we έχουμε βράσει έχουμε βραστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε βράσει έχετε βραστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν βράσει έχουν βραστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα βράσει είχα βραστεί
εσύ — you είχες βράσει είχες βραστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε βράσει είχε βραστεί
εμείς — we είχαμε βράσει είχαμε βραστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε βράσει είχατε βραστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν βράσει είχαν βραστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα βράζω θα βράζομαι
εσύ — you θα βράζεις θα βράζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα βράζει θα βράζεται
εμείς — we θα βράζουμε, θα βράζομε θα βραζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα βράζετε θα βράζεστε, θα βραζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα βράζουν(ε) θα βράζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα βράσω θα βραστώ
εσύ — you θα βράσεις θα βραστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα βράσει θα βραστεί
εμείς — we θα βράσουμε / θα βράσομε θα βραστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα βράσετε θα βραστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα βράσουν(ε) θα βραστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω βράσει θα έχω βραστεί
εσύ — you θα έχεις βράσει θα έχεις βραστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει βράσει θα έχει βραστεί
εμείς — we θα έχουμε βράσει θα έχουμε βραστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε βράσει θα έχετε βραστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν βράσει θα έχουν βραστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να βράζω να βράζομαι
εσύ — you να βράζεις να βράζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να βράζει να βράζεται
εμείς — we να βράζουμε, να βράζομε να βραζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να βράζετε να βράζεστε, να βραζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να βράζουν(ε) να βράζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να βράσω να βραστώ
εσύ — you να βράσεις να βραστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να βράσει να βραστεί
εμείς — we να βράσουμε, να βράσομε να βραστούμε
εσείς — you (plural / polite) να βράσετε να βραστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να βράσουν(ε) να βραστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω βράσει να έχω βραστεί
εσύ — you να έχεις βράσει να έχεις βραστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει βράσει να έχει βραστεί
εμείς — we να έχουμε βράσει να έχουμε βραστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε βράσει να έχετε βραστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν βράσει να έχουν βραστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous βράζε βράζετε — —
Simple βράσε βράστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Present stem: βραζ-; active perfective stem: βρασ-; passive perfective stem: βραστ-.
  • Simple future plural: θα βράσουμε / θα βράσομε. Θα βράζομε uses the imperfective stem.
  • βράζοντας — boiling; έχοντας βράσει — having boiled.
  • βρασμένος, βρασμένη, βρασμένο describes cooked or boiled food and agrees with its noun.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • Negative: μη βράζεις / μη βράσεις.

Το νερό βράζει.

The water is boiling.

Έχω βράσει τα αυγά.

I have boiled the eggs.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — βράζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/brazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /brazo/