Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

βρέχω — to wet; βρέχει — it rains

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

βρέχω — to wet; βρέχομαι — to get wet

For weather, use the impersonal third-person βρέχει — it rains / it is raining. The other active persons refer to wetting something, not to personal weather actions.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I βρέχω βρέχομαι
εσύ — you βρέχεις βρέχεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it βρέχει βρέχεται
εμείς — we βρέχουμε, βρέχομε βρεχόμαστε
εσείς — you (plural / polite) βρέχετε βρέχεστε, βρεχόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they βρέχουν(ε) βρέχονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έβρεχα βρεχόμουν(α)
εσύ — you έβρεχες βρεχόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έβρεχε βρεχόταν(ε)
εμείς — we βρέχαμε βρεχόμασταν
εσείς — you (plural / polite) βρέχατε βρεχόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they έβρεχαν, βρέχαν(ε) βρέχονταν, βρεχόντανε, βρεχόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έβρεξα βράχηκα
εσύ — you έβρεξες βράχηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έβρεξε βράχηκε
εμείς — we βρέξαμε βραχήκαμε
εσείς — you (plural / polite) βρέξατε βραχήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έβρεξαν, βρέξαν(ε) βράχηκαν, βραχήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω βρέξει έχω βραχεί
εσύ — you έχεις βρέξει έχεις βραχεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει βρέξει έχει βραχεί
εμείς — we έχουμε βρέξει έχουμε βραχεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε βρέξει έχετε βραχεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν βρέξει έχουν βραχεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα βρέξει είχα βραχεί
εσύ — you είχες βρέξει είχες βραχεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε βρέξει είχε βραχεί
εμείς — we είχαμε βρέξει είχαμε βραχεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε βρέξει είχατε βραχεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν βρέξει είχαν βραχεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα βρέχω θα βρέχομαι
εσύ — you θα βρέχεις θα βρέχεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα βρέχει θα βρέχεται
εμείς — we θα βρέχουμε, θα βρέχομε θα βρεχόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα βρέχετε θα βρέχεστε, θα βρεχόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα βρέχουν(ε) θα βρέχονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα βρέξω θα βραχώ
εσύ — you θα βρέξεις θα βραχείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα βρέξει θα βραχεί
εμείς — we θα βρέξουμε, θα βρέξομε θα βραχούμε
εσείς — you (plural / polite) θα βρέξετε θα βραχείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα βρέξουν(ε) θα βραχούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω βρέξει θα έχω βραχεί
εσύ — you θα έχεις βρέξει θα έχεις βραχεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει βρέξει θα έχει βραχεί
εμείς — we θα έχουμε βρέξει θα έχουμε βραχεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε βρέξει θα έχετε βραχεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν βρέξει θα έχουν βραχεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να βρέχω να βρέχομαι
εσύ — you να βρέχεις να βρέχεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να βρέχει να βρέχεται
εμείς — we να βρέχουμε, να βρέχομε να βρεχόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να βρέχετε να βρέχεστε, να βρεχόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να βρέχουν(ε) να βρέχονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να βρέξω να βραχώ
εσύ — you να βρέξεις να βραχείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να βρέξει να βραχεί
εμείς — we να βρέξουμε, να βρέξομε να βραχούμε
εσείς — you (plural / polite) να βρέξετε να βραχείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να βρέξουν(ε) να βραχούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω βρέξει να έχω βραχεί
εσύ — you να έχεις βρέξει να έχεις βραχεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει βρέξει να έχει βραχεί
εμείς — we να έχουμε βρέξει να έχουμε βραχεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε βρέξει να έχετε βραχεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν βρέξει να έχουν βραχεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous βρέχε βρέχετε να βρέχεσαι (να-construction) βρέχεστε
Simple βρέξε βρέξτε βρέξου βραχείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Active past: έβρεξα. Passive past: βράχηκα. Notice the change from βρεχ- to βραχ- in passive perfective forms: να βραχώ, έχω βραχεί.
  • βρέχοντας — wetting; έχοντας βρέξει — having wetted, or having rained in the impersonal use.
  • Both βρεγμένος and βρεμένος, with their agreeing feminine and neuter forms, mean wet. They describe a state rather than a completed event.
  • Direct plural imperative: βρέξτε; βρέξετε requires θα, να or μην.
  • Negative: μη βρέχεις / μη βρέξεις; μη βρέχεσαι / μη βραχείς.

Βρέχει από το πρωί.

It has been raining since this morning.

Βράχηκα στη βροχή.

I got wet in the rain.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — βρέχω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/brexo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /brexo/