Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
βρέχω — to wet; βρέχομαι — to get wet
For weather, use the impersonal third-person βρέχει — it rains / it is raining. The other active persons refer to wetting something, not to personal weather actions.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | βρέχω | βρέχομαι |
| εσύ — you | βρέχεις | βρέχεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | βρέχει | βρέχεται |
| εμείς — we | βρέχουμε, βρέχομε | βρεχόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | βρέχετε | βρέχεστε, βρεχόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | βρέχουν(ε) | βρέχονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έβρεχα | βρεχόμουν(α) |
| εσύ — you | έβρεχες | βρεχόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έβρεχε | βρεχόταν(ε) |
| εμείς — we | βρέχαμε | βρεχόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | βρέχατε | βρεχόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έβρεχαν, βρέχαν(ε) | βρέχονταν, βρεχόντανε, βρεχόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έβρεξα | βράχηκα |
| εσύ — you | έβρεξες | βράχηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έβρεξε | βράχηκε |
| εμείς — we | βρέξαμε | βραχήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | βρέξατε | βραχήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έβρεξαν, βρέξαν(ε) | βράχηκαν, βραχήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω βρέξει | έχω βραχεί |
| εσύ — you | έχεις βρέξει | έχεις βραχεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει βρέξει | έχει βραχεί |
| εμείς — we | έχουμε βρέξει | έχουμε βραχεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε βρέξει | έχετε βραχεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν βρέξει | έχουν βραχεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα βρέξει | είχα βραχεί |
| εσύ — you | είχες βρέξει | είχες βραχεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε βρέξει | είχε βραχεί |
| εμείς — we | είχαμε βρέξει | είχαμε βραχεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε βρέξει | είχατε βραχεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν βρέξει | είχαν βραχεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα βρέχω | θα βρέχομαι |
| εσύ — you | θα βρέχεις | θα βρέχεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα βρέχει | θα βρέχεται |
| εμείς — we | θα βρέχουμε, θα βρέχομε | θα βρεχόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα βρέχετε | θα βρέχεστε, θα βρεχόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα βρέχουν(ε) | θα βρέχονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα βρέξω | θα βραχώ |
| εσύ — you | θα βρέξεις | θα βραχείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα βρέξει | θα βραχεί |
| εμείς — we | θα βρέξουμε, θα βρέξομε | θα βραχούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα βρέξετε | θα βραχείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα βρέξουν(ε) | θα βραχούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω βρέξει | θα έχω βραχεί |
| εσύ — you | θα έχεις βρέξει | θα έχεις βραχεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει βρέξει | θα έχει βραχεί |
| εμείς — we | θα έχουμε βρέξει | θα έχουμε βραχεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε βρέξει | θα έχετε βραχεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν βρέξει | θα έχουν βραχεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να βρέχω | να βρέχομαι |
| εσύ — you | να βρέχεις | να βρέχεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να βρέχει | να βρέχεται |
| εμείς — we | να βρέχουμε, να βρέχομε | να βρεχόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να βρέχετε | να βρέχεστε, να βρεχόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να βρέχουν(ε) | να βρέχονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να βρέξω | να βραχώ |
| εσύ — you | να βρέξεις | να βραχείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να βρέξει | να βραχεί |
| εμείς — we | να βρέξουμε, να βρέξομε | να βραχούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να βρέξετε | να βραχείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να βρέξουν(ε) | να βραχούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω βρέξει | να έχω βραχεί |
| εσύ — you | να έχεις βρέξει | να έχεις βραχεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει βρέξει | να έχει βραχεί |
| εμείς — we | να έχουμε βρέξει | να έχουμε βραχεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε βρέξει | να έχετε βραχεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν βρέξει | να έχουν βραχεί |
Imperative · Προστακτική
| Aspect | Active: εσύ | Active: εσείς | Passive: εσύ | Passive: εσείς |
|---|---|---|---|---|
| Continuous | βρέχε | βρέχετε | να βρέχεσαι (να-construction) | βρέχεστε |
| Simple | βρέξε | βρέξτε | βρέξου | βραχείτε |
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Active past: έβρεξα. Passive past: βράχηκα. Notice the change from βρεχ- to βραχ- in passive perfective forms: να βραχώ, έχω βραχεί.
- βρέχοντας — wetting; έχοντας βρέξει — having wetted, or having rained in the impersonal use.
- Both βρεγμένος and βρεμένος, with their agreeing feminine and neuter forms, mean wet. They describe a state rather than a completed event.
- Direct plural imperative: βρέξτε; βρέξετε requires θα, να or μην.
- Negative: μη βρέχεις / μη βρέξεις; μη βρέχεσαι / μη βραχείς.
Βρέχει από το πρωί.
It has been raining since this morning.
Βράχηκα στη βροχή.
I got wet in the rain.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — βρέχω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/brexo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/brexo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.