Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Everyday Greek · Core 100
βρίσκω: core forms & usage
to find
Learn βρίσκω → βρήκα → θα βρω. Βρίσκομαι is a separate middle/passive form and is outside this entry's core lookup coverage.
Βρίσκω συχνά νέες λέξεις στα τραγούδια.
I often find new words in songs.
Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.
See the six persons in each core tense
Present
| Person | Forms |
|---|---|
| I | βρίσκω |
| you (singular) | βρίσκεις |
| he / she / it | βρίσκει |
| we | βρίσκουμε, βρίσκομε |
| you (plural or polite) | βρίσκετε |
| they | βρίσκουν, βρίσκουνε |
Imperfect
| Person | Forms |
|---|---|
| I | έβρισκα |
| you (singular) | έβρισκες |
| he / she / it | έβρισκε |
| we | βρίσκαμε |
| you (plural or polite) | βρίσκατε |
| they | έβρισκαν, βρίσκαν, βρίσκανε |
Simple past (aorist)
| Person | Forms |
|---|---|
| I | βρήκα |
| you (singular) | βρήκες |
| he / she / it | βρήκε |
| we | βρήκαμε |
| you (plural or polite) | βρήκατε |
| they | βρήκαν, βρήκανε |
Simple future
| Person | Forms |
|---|---|
| I | θα βρω |
| you (singular) | θα βρεις |
| he / she / it | θα βρει |
| we | θα βρούμε |
| you (plural or polite) | θα βρείτε |
| they | θα βρουν, θα βρούνε |
See this verb in use
Βρήκα τα κλειδιά μου.
I found my keys.
Learn βρίσκω together with the simple past βρήκα and simple future θα βρω. These forms use a different stem from the present.
βρίσκω — to find
βρίσκομαι — to be located; to be found; to find myself somewhere. It can also express meeting: θα βρεθούμε.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | βρίσκω | βρίσκομαι |
| εσύ — you | βρίσκεις | βρίσκεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | βρίσκει | βρίσκεται |
| εμείς — we | βρίσκουμε, βρίσκομε | βρισκόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | βρίσκετε | βρίσκεστε, βρισκόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | βρίσκουν(ε) | βρίσκονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έβρισκα | βρισκόμουν(α) |
| εσύ — you | έβρισκες | βρισκόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έβρισκε | βρισκόταν(ε), βρίσκονταν |
| εμείς — we | βρίσκαμε | βρισκόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | βρίσκατε | βρισκόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έβρισκαν, βρίσκαν(ε) | βρίσκονταν, βρισκόντανε, βρισκόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | βρήκα | βρέθηκα |
| εσύ — you | βρήκες | βρέθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | βρήκε | βρέθηκε |
| εμείς — we | βρήκαμε | βρεθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | βρήκατε | βρεθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | βρήκαν(ε) | βρέθηκαν, βρεθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω βρει | έχω βρεθεί |
| εσύ — you | έχεις βρει | έχεις βρεθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει βρει | έχει βρεθεί |
| εμείς — we | έχουμε βρει | έχουμε βρεθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε βρει | έχετε βρεθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν βρει | έχουν βρεθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα βρει | είχα βρεθεί |
| εσύ — you | είχες βρει | είχες βρεθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε βρει | είχε βρεθεί |
| εμείς — we | είχαμε βρει | είχαμε βρεθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε βρει | είχατε βρεθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν βρει | είχαν βρεθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα βρίσκω | θα βρίσκομαι |
| εσύ — you | θα βρίσκεις | θα βρίσκεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα βρίσκει | θα βρίσκεται |
| εμείς — we | θα βρίσκουμε, θα βρίσκομε | θα βρισκόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα βρίσκετε | θα βρίσκεστε, θα βρισκόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα βρίσκουν(ε) | θα βρίσκονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα βρω | θα βρεθώ |
| εσύ — you | θα βρεις | θα βρεθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα βρει | θα βρεθεί |
| εμείς — we | θα βρούμε | θα βρεθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα βρείτε | θα βρεθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα βρουν / θα βρούνε | θα βρεθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω βρει | θα έχω βρεθεί |
| εσύ — you | θα έχεις βρει | θα έχεις βρεθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει βρει | θα έχει βρεθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε βρει | θα έχουμε βρεθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε βρει | θα έχετε βρεθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν βρει | θα έχουν βρεθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να βρίσκω | να βρίσκομαι |
| εσύ — you | να βρίσκεις | να βρίσκεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να βρίσκει | να βρίσκεται |
| εμείς — we | να βρίσκουμε, να βρίσκομε | να βρισκόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να βρίσκετε | να βρίσκεστε, να βρισκόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να βρίσκουν(ε) | να βρίσκονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να βρω | να βρεθώ |
| εσύ — you | να βρεις | να βρεθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να βρει | να βρεθεί |
| εμείς — we | να βρούμε | να βρεθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να βρείτε | να βρεθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να βρουν / να βρούνε | να βρεθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω βρει | να έχω βρεθεί |
| εσύ — you | να έχεις βρει | να έχεις βρεθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει βρει | να έχει βρεθεί |
| εμείς — we | να έχουμε βρει | να έχουμε βρεθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε βρει | να έχετε βρεθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν βρει | να έχουν βρεθεί |
Imperative · Προστακτική
| Aspect | Active: εσύ | Active: εσείς | Passive: εσύ | Passive: εσείς |
|---|---|---|---|---|
| Continuous | βρίσκε | βρίσκετε | να βρίσκεσαι (να-construction) | βρίσκεστε |
| Simple | βρες | βρείτε | — | βρεθείτε |
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Irregular active past: βρήκα. Passive or middle past: βρέθηκα.
- Perfective active forms: να βρω, θα βρω, έχω βρει. The particle θα is normally unaccented: θα βρούμε, θα βρείτε.
- The less common form έβρει occurs in older or regional usage; βρει is the ordinary contemporary learner form.
- βρίσκοντας — finding; βρισκόμενος, βρισκόμενη, βρισκόμενο — being located; έχοντας βρει — having found.
- Βρίσκομαι στην Αθήνα means “I am in Athens”, not necessarily “I am being found in Athens”.
- Negative: μη βρίσκεις / μη βρεις; μη βρίσκεσαι / μη βρεθείς.
Βρήκα τα κλειδιά μου.
I found my keys.
Το μουσείο βρίσκεται κοντά στην πλατεία.
The museum is near the square.
Θα βρεθούμε αύριο.
We will meet tomorrow.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — βρίσκω.
https://moderngreekverbs.com/brisko/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.