Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek verb conjugation
αναγκάζω · to force; to compel
Passive: αναγκάζομαι · to be forced; to have to.
Αναγκάστηκα να φύγω νωρίς. — I had to leave early.
Useful state construction: Είμαι αναγκασμένος/αναγκασμένη να φύγω is natural Greek: I am obliged to leave. It describes a present obligation; έχω αναγκαστεί να φύγω is a compound perfect. The tables keep those constructions distinct.
Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.
Indicative · Οριστική
Present · Ενεστώτας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | αναγκάζω | αναγκάζομαι |
| εσύ · you | αναγκάζεις | αναγκάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αναγκάζει | αναγκάζεται |
| εμείς · we | αναγκάζουμε, αναγκάζομε | αναγκαζόμαστε |
| εσείς · you | αναγκάζετε | αναγκάζεστε, αναγκαζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αναγκάζουν(ε) | αναγκάζονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | ανάγκαζα | αναγκαζόμουν(α) |
| εσύ · you | ανάγκαζες | αναγκαζόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | ανάγκαζε | αναγκαζόταν(ε) |
| εμείς · we | αναγκάζαμε | αναγκαζόμαστε, αναγκαζόμασταν |
| εσείς · you | αναγκάζατε | αναγκαζόσαστε, αναγκαζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | ανάγκαζαν, αναγκάζαν(ε) | αναγκάζονταν, αναγκαζόντανε, αναγκαζόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | ανάγκασα | αναγκάστηκα |
| εσύ · you | ανάγκασες | αναγκάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | ανάγκασε | αναγκάστηκε |
| εμείς · we | αναγκάσαμε | αναγκαστήκαμε |
| εσείς · you | αναγκάσατε | αναγκαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | ανάγκασαν, αναγκάσαν(ε) | αναγκάστηκαν, αναγκαστήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | έχω αναγκάσει | έχω αναγκαστεί |
| εσύ · you | έχεις αναγκάσει | έχεις αναγκαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | έχει αναγκάσει | έχει αναγκαστεί |
| εμείς · we | έχουμε αναγκάσει | έχουμε αναγκαστεί |
| εσείς · you | έχετε αναγκάσει | έχετε αναγκαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | έχουν αναγκάσει | έχουν αναγκαστεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | είχα αναγκάσει | είχα αναγκαστεί |
| εσύ · you | είχες αναγκάσει | είχες αναγκαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | είχε αναγκάσει | είχε αναγκαστεί |
| εμείς · we | είχαμε αναγκάσει | είχαμε αναγκαστεί |
| εσείς · you | είχατε αναγκάσει | είχατε αναγκαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | είχαν αναγκάσει | είχαν αναγκαστεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα αναγκάζω | θα αναγκάζομαι |
| εσύ · you | θα αναγκάζεις | θα αναγκάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αναγκάζει | θα αναγκάζεται |
| εμείς · we | θα αναγκάζουμε, θα αναγκάζομε | θα αναγκαζόμαστε |
| εσείς · you | θα αναγκάζετε | θα αναγκάζεστε, θα αναγκαζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αναγκάζουν(ε) | θα αναγκάζονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα αναγκάσω | θα αναγκαστώ |
| εσύ · you | θα αναγκάσεις | θα αναγκαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αναγκάσει | θα αναγκαστεί |
| εμείς · we | θα αναγκάσουμε, θα αναγκάσομε | θα αναγκαστούμε |
| εσείς · you | θα αναγκάσετε | θα αναγκαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αναγκάσουν(ε) | θα αναγκαστούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα έχω αναγκάσει | θα έχω αναγκαστεί |
| εσύ · you | θα έχεις αναγκάσει | θα έχεις αναγκαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα έχει αναγκάσει | θα έχει αναγκαστεί |
| εμείς · we | θα έχουμε αναγκάσει | θα έχουμε αναγκαστεί |
| εσείς · you | θα έχετε αναγκάσει | θα έχετε αναγκαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα έχουν αναγκάσει | θα έχουν αναγκαστεί |
Subjunctive · Υποτακτική
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να αναγκάζω | να αναγκάζομαι |
| εσύ · you | να αναγκάζεις | να αναγκάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αναγκάζει | να αναγκάζεται |
| εμείς · we | να αναγκάζουμε, να αναγκάζομε | να αναγκαζόμαστε |
| εσείς · you | να αναγκάζετε | να αναγκάζεστε, να αναγκαζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αναγκάζουν(ε) | να αναγκάζονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να αναγκάσω | να αναγκαστώ |
| εσύ · you | να αναγκάσεις | να αναγκαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αναγκάσει | να αναγκαστεί |
| εμείς · we | να αναγκάσουμε, να αναγκάσομε | να αναγκαστούμε |
| εσείς · you | να αναγκάσετε | να αναγκαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αναγκάσουν(ε) | να αναγκαστούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να έχω αναγκάσει | να έχω αναγκαστεί |
| εσύ · you | να έχεις αναγκάσει | να έχεις αναγκαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να έχει αναγκάσει | να έχει αναγκαστεί |
| εμείς · we | να έχουμε αναγκάσει | να έχουμε αναγκαστεί |
| εσείς · you | να έχετε αναγκάσει | να έχετε αναγκαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να έχουν αναγκάσει | να έχουν αναγκαστεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous active: ανάγκαζε / αναγκάζετε.
Simple active: ανάγκασε / αναγκάστε.
Simple passive: αναγκάσου / αναγκαστείτε; use depends on the meaning and context.
Μην τον αναγκάζεις να απαντήσει. — Do not force him to answer.
Other forms · Άλλοι τύποι
Present participle: αναγκάζοντας.
Perfect participial constructions: έχοντας αναγκάσει / έχοντας αναγκαστεί.
Passive participle: αναγκασμένος, αναγκασμένη, αναγκασμένο. This can describe a state or result; it is not automatically interchangeable with the compound perfect.
Invariant compound-tense forms: αναγκάσει / αναγκαστεί; not independently used infinitives.
https://moderngreekverbs.com/anagkazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.