Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek verb conjugation
αναγγέλλω · to announce
Passive: αναγγέλλομαι.
Ανήγγειλαν την έναρξη της εκδήλωσης. — They announced the start of the event.
Spelling: Present-stem αναγγέλλω / ανάγγελλα has double λλ. Perfective ανάγγειλα / θα αναγγείλω / έχω αναγγείλει has one λ. The past alternatives ανήγγελλα / ανήγγειλα are also standard.
Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.
Indicative · Οριστική
Present · Ενεστώτας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | αναγγέλλω | αναγγέλλομαι |
| εσύ · you | αναγγέλλεις | αναγγέλλεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αναγγέλλει | αναγγέλλεται |
| εμείς · we | αναγγέλλουμε, αναγγέλλομε | αναγγελλόμαστε |
| εσείς · you | αναγγέλλετε | αναγγέλλεστε, αναγγελλόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αναγγέλλουν(ε) | αναγγέλλονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | ανάγγελλα, ανήγγελλα | αναγγελλόμουν(α) |
| εσύ · you | ανάγγελλες, ανήγγελλες | αναγγελλόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | ανάγγελλε, ανήγγελλε | αναγγελλόταν(ε) |
| εμείς · we | αναγγέλλαμε | αναγγελλόμαστε, αναγγελλόμασταν |
| εσείς · you | αναγγέλλατε | αναγγελλόσαστε, αναγγελλόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | ανάγγελλαν, αναγγέλλαν(ε), ανήγγελλαν | αναγγέλλονταν, αναγγελλόντανε, αναγγελλόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | ανάγγειλα, ανήγγειλα | αναγγέλθηκα |
| εσύ · you | ανάγγειλες, ανήγγειλες | αναγγέλθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | ανάγγειλε, ανήγγειλε | αναγγέλθηκε |
| εμείς · we | αναγγείλαμε | αναγγελθήκαμε |
| εσείς · you | αναγγείλατε | αναγγελθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | ανάγγειλαν, αναγγείλαν(ε), ανήγγειλαν | αναγγέλθηκαν, αναγγελθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | έχω αναγγείλει | έχω αναγγελθεί |
| εσύ · you | έχεις αναγγείλει | έχεις αναγγελθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | έχει αναγγείλει | έχει αναγγελθεί |
| εμείς · we | έχουμε αναγγείλει | έχουμε αναγγελθεί |
| εσείς · you | έχετε αναγγείλει | έχετε αναγγελθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | έχουν αναγγείλει | έχουν αναγγελθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | είχα αναγγείλει | είχα αναγγελθεί |
| εσύ · you | είχες αναγγείλει | είχες αναγγελθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | είχε αναγγείλει | είχε αναγγελθεί |
| εμείς · we | είχαμε αναγγείλει | είχαμε αναγγελθεί |
| εσείς · you | είχατε αναγγείλει | είχατε αναγγελθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | είχαν αναγγείλει | είχαν αναγγελθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα αναγγέλλω | θα αναγγέλλομαι |
| εσύ · you | θα αναγγέλλεις | θα αναγγέλλεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αναγγέλλει | θα αναγγέλλεται |
| εμείς · we | θα αναγγέλλουμε, θα αναγγέλλομε | θα αναγγελλόμαστε |
| εσείς · you | θα αναγγέλλετε | θα αναγγέλλεστε, θα αναγγελλόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αναγγέλλουν(ε) | θα αναγγέλλονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα αναγγείλω | θα αναγγελθώ |
| εσύ · you | θα αναγγείλεις | θα αναγγελθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αναγγείλει | θα αναγγελθεί |
| εμείς · we | θα αναγγείλουμε, θα αναγγείλομε | θα αναγγελθούμε |
| εσείς · you | θα αναγγείλετε | θα αναγγελθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αναγγείλουν(ε) | θα αναγγελθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα έχω αναγγείλει | θα έχω αναγγελθεί |
| εσύ · you | θα έχεις αναγγείλει | θα έχεις αναγγελθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα έχει αναγγείλει | θα έχει αναγγελθεί |
| εμείς · we | θα έχουμε αναγγείλει | θα έχουμε αναγγελθεί |
| εσείς · you | θα έχετε αναγγείλει | θα έχετε αναγγελθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα έχουν αναγγείλει | θα έχουν αναγγελθεί |
Subjunctive · Υποτακτική
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να αναγγέλλω | να αναγγέλλομαι |
| εσύ · you | να αναγγέλλεις | να αναγγέλλεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αναγγέλλει | να αναγγέλλεται |
| εμείς · we | να αναγγέλλουμε, να αναγγέλλομε | να αναγγελλόμαστε |
| εσείς · you | να αναγγέλλετε | να αναγγέλλεστε, να αναγγελλόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αναγγέλλουν(ε) | να αναγγέλλονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να αναγγείλω | να αναγγελθώ |
| εσύ · you | να αναγγείλεις | να αναγγελθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αναγγείλει | να αναγγελθεί |
| εμείς · we | να αναγγείλουμε, να αναγγείλομε | να αναγγελθούμε |
| εσείς · you | να αναγγείλετε | να αναγγελθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αναγγείλουν(ε) | να αναγγελθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να έχω αναγγείλει | να έχω αναγγελθεί |
| εσύ · you | να έχεις αναγγείλει | να έχεις αναγγελθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να έχει αναγγείλει | να έχει αναγγελθεί |
| εμείς · we | να έχουμε αναγγείλει | να έχουμε αναγγελθεί |
| εσείς · you | να έχετε αναγγείλει | να έχετε αναγγελθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να έχουν αναγγείλει | να έχουν αναγγελθεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous active: ανάγγελλε / αναγγέλλετε.
Simple active: ανάγγειλε / αναγγείλετε, αναγγείλτε.
Ανάγγειλε το αποτέλεσμα. — Announce the result.
No past augment in the command: ανάγγειλε, compared with past indicative ανήγγειλε. The passive plural imperative αναγγελθείτε is context-dependent.
Other forms · Άλλοι τύποι
Present participle: αναγγέλλοντας.
Perfect participial constructions: έχοντας αναγγείλει / έχοντας αναγγελθεί.
Passive participle: αναγγελμένος, αναγγελμένη, αναγγελμένο; plural αναγγελμένοι, αναγγελμένες, αναγγελμένα. The compound perfect remains έχω αναγγελθεί.
Invariant compound-tense forms: αναγγείλει / αναγγελθεί; not independently used infinitives.
https://moderngreekverbs.com/anaggello/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.