Anafero | ΑΝΑΦΕΡΩ

/, Α/Anafero | ΑΝΑΦΕΡΩ

Anafero | ΑΝΑΦΕΡΩ

ΑΝΑΦΕΡΩ
I mention
Active Passive
Singular Plural Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
αναφέρω αναφέρουμε, αναφέρομε αναφέρομαι αναφερόμαστε
αναφέρεις αναφέρετε αναφέρεσαι αναφέρεστε, αναφερόσαστε
αναφέρει αναφέρουν(ε) αναφέρεται αναφέρονται
Imper
fect
ανέφερα, ανάφερα αναφέραμε αναφερόμουν(α) αναφερόμαστε, αναφερόμασταν
ανέφερες, ανάφερες αναφέρατε αναφερόσουν(α) αναφερόσαστε, αναφερόσασταν
ανέφερε, ανάφερε ανέφεραν, ανάφεραν, αναφέραν(ε) αναφερόταν(ε) αναφέρονταν, αναφερόντανε, αναφερόντουσαν
Aorist ανέφερα, ανάφερα αναφέραμε αναφέρθηκα αναφερθήκαμε
ανέφερες, ανάφερες αναφέρατε αναφέρθηκες αναφερθήκατε
ανέφερε, ανάφερε ανέφεραν, ανάφεραν, αναφέραν(ε) αναφέρθηκε αναφέρθηκαν, αναφερθήκαν(ε)
Per
fect
έχω αναφέρει έχουμε αναφέρει έχω αναφερθεί έχουμε αναφερθεί
έχεις αναφέρει έχετε αναφέρει έχεις αναφερθεί έχετε αναφερθεί
έχει αναφέρει έχουν αναφέρει έχει αναφερθεί έχουν αναφερθεί
Plu
per
fect
είχα αναφέρει είχαμε αναφέρει είχα αναφερθεί είχαμε αναφερθεί
είχες αναφέρει είχατε αναφέρει είχες αναφερθεί είχατε αναφερθεί
είχε αναφέρει είχαν αναφέρει είχε αναφερθεί είχαν αναφερθεί
Fut
ure
Cont
inuous
θα αναφέρω θα αναφέρουμε, θα αναφέρομε θα αναφέρομαι θα αναφερόμαστε
θα αναφέρεις θα αναφέρετε θα αναφέρεσαι θα αναφέρεστε, θα αναφερόσαστε
θα αναφέρει θα αναφέρουν(ε) θα αναφέρεται θα αναφέρονται
Simp
Fut
θα αναφέρω θα αναφέρουμε, θα αναφέρομε θα αναφερθώ θα αναφερθούμε
θα αναφέρεις θα αναφέρετε θα αναφερθείς θα αναφερθείτε
θα αναφέρει θα αναφέρουν(ε) θα αναφερθεί θα αναφερθούν(ε)
Fut
Perf
θα έχω αναφέρει θα έχουμε αναφέρει θα έχω αναφερθεί θα έχουμε αναφερθεί
θα έχεις αναφέρει θα έχετε αναφέρει θα έχεις αναφερθεί θα έχετε αναφερθεί
θα έχει αναφέρει θα έχουν αναφέρει θα έχει αναφερθεί θα έχουν αναφερθεί
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να αναφέρω να αναφέρουμε, να αναφέρομε να αναφέρομαι να αναφερόμαστε
να αναφέρεις να αναφέρετε να αναφέρεσαι να αναφέρεστε, να αναφερόσαστε
να αναφέρει να αναφέρουν(ε) να αναφέρεται να αναφέρονται
Aorist να αναφέρω να αναφέρουμε, να αναφέρομε να αναφερθώ να αναφερθούμε
να αναφέρεις να αναφέρετε να αναφερθείς να αναφερθείτε
να αναφέρει να αναφέρουν(ε) να αναφερθεί να αναφερθούν(ε)
Perf να έχω αναφέρει να έχουμε αναφέρει να έχω αναφερθεί να έχουμε αναφερθεί
να έχεις αναφέρει να έχετε αναφέρει να έχεις αναφερθεί να έχετε αναφερθεί
να έχει αναφέρει να έχουν αναφέρει να έχει αναφερθεί να έχουν αναφερθεί
Imper
ative
Pres αναφέρε αναφέρετε αναφέρεστε
Aorist ανάφερε αναφέρετε, αναφέρτε αναφέρου αναφερθείτε
Part
iciple
Pres αναφέροντας
Perf έχοντας αναφέρει
Infin Aorist αναφέρει αναφερθεί

 

2017-03-22T01:53:54+00:00