αναδεικνύω (anadeiknuo) — to highlight, bring out

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

Modern Greek verb conjugation

αναδεικνύω · to highlight; to bring out; to promote

Passive: αναδεικνύομαι · to emerge; to be highlighted or distinguished.

Ο φωτισμός αναδεικνύει τα χρώματα. — The lighting brings out the colours.

Meaning: This is not the usual verb for boastful showing off. It often means making a quality visible, bringing someone to prominence, or emerging as a winner/leader.

Passive alternatives: Both αναδείχθηκα / αναδείχτηκα and αναδειχθεί / αναδειχτεί are used. The compound-tense tables use the -χθ- series consistently; the -χτ- series is also valid.

Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.

Indicative · Οριστική

Present · Ενεστώτας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iαναδεικνύωαναδεικνύομαι
εσύ · youαναδεικνύειςαναδεικνύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itαναδεικνύειαναδεικνύεται
εμείς · weαναδεικνύουμε, αναδεικνύομεαναδεικνυόμαστε
εσείς · youαναδεικνύετεαναδεικνύεστε, αναδεικνυόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyαναδεικνύουν(ε)αναδεικνύονται

Imperfect · Παρατατικός

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iαναδείκνυααναδεικνυόμουν(α)
εσύ · youαναδείκνυεςαναδεικνυόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itαναδείκνυεαναδεικνυόταν(ε)
εμείς · weαναδεικνύαμεαναδεικνυόμαστε, αναδεικνυόμασταν
εσείς · youαναδεικνύατεαναδεικνυόσαστε, αναδεικνυόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά · theyαναδείκνυαν, αναδεικνύαν(ε)αναδεικνύονταν, αναδεικνυόντανε, αναδεικνυόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iανέδειξα, ανάδειξααναδείχθηκα, αναδείχτηκα
εσύ · youανέδειξες, ανάδειξεςαναδείχθηκες, αναδείχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itανέδειξε, ανάδειξεαναδείχθηκε, αναδείχτηκε
εμείς · weαναδείξαμεαναδειχθήκαμε, αναδειχτήκαμε
εσείς · youαναδείξατεαναδειχθήκατε, αναδειχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyανέδειξαν, ανάδειξαν, αναδείξαν(ε)αναδείχθηκαν, αναδειχθήκαν(ε)
αναδείχτηκαν, αναδειχτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iέχω αναδείξειέχω αναδειχθεί
εσύ · youέχεις αναδείξειέχεις αναδειχθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itέχει αναδείξειέχει αναδειχθεί
εμείς · weέχουμε αναδείξειέχουμε αναδειχθεί
εσείς · youέχετε αναδείξειέχετε αναδειχθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyέχουν αναδείξειέχουν αναδειχθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iείχα αναδείξειείχα αναδειχθεί
εσύ · youείχες αναδείξειείχες αναδειχθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itείχε αναδείξειείχε αναδειχθεί
εμείς · weείχαμε αναδείξειείχαμε αναδειχθεί
εσείς · youείχατε αναδείξειείχατε αναδειχθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyείχαν αναδείξειείχαν αναδειχθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα αναδεικνύωθα αναδεικνύομαι
εσύ · youθα αναδεικνύειςθα αναδεικνύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα αναδεικνύειθα αναδεικνύεται
εμείς · weθα αναδεικνύουμε, θα αναδεικνύομεθα αναδεικνυόμαστε
εσείς · youθα αναδεικνύετεθα αναδεικνύεστε, θα αναδεικνυόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα αναδεικνύουν(ε)θα αναδεικνύονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα αναδείξωθα αναδειχθώ
εσύ · youθα αναδείξειςθα αναδειχθείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα αναδείξειθα αναδειχθεί
εμείς · weθα αναδείξουμε, θα αναδείξομεθα αναδειχθούμε
εσείς · youθα αναδείξετεθα αναδειχθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα αναδείξουν(ε)θα αναδειχθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα έχω αναδείξειθα έχω αναδειχθεί
εσύ · youθα έχεις αναδείξειθα έχεις αναδειχθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα έχει αναδείξειθα έχει αναδειχθεί
εμείς · weθα έχουμε αναδείξειθα έχουμε αναδειχθεί
εσείς · youθα έχετε αναδείξειθα έχετε αναδειχθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα έχουν αναδείξειθα έχουν αναδειχθεί

Subjunctive · Υποτακτική

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα αναδεικνύωνα αναδεικνύομαι
εσύ · youνα αναδεικνύειςνα αναδεικνύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα αναδεικνύεινα αναδεικνύεται
εμείς · weνα αναδεικνύουμε, να αναδεικνύομενα αναδεικνυόμαστε
εσείς · youνα αναδεικνύετενα αναδεικνύεστε, να αναδεικνυόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα αναδεικνύουν(ε)να αναδεικνύονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα αναδείξωνα αναδειχθώ
εσύ · youνα αναδείξειςνα αναδειχθείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα αναδείξεινα αναδειχθεί
εμείς · weνα αναδείξουμε, να αναδείξομενα αναδειχθούμε
εσείς · youνα αναδείξετενα αναδειχθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα αναδείξουν(ε)να αναδειχθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα έχω αναδείξεινα έχω αναδειχθεί
εσύ · youνα έχεις αναδείξεινα έχεις αναδειχθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα έχει αναδείξεινα έχει αναδειχθεί
εμείς · weνα έχουμε αναδείξεινα έχουμε αναδειχθεί
εσείς · youνα έχετε αναδείξεινα έχετε αναδειχθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα έχουν αναδείξεινα έχουν αναδειχθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous active: αναδείκνυε / αναδεικνύετε.

Simple active: ανάδειξε / αναδείξτε.

Ανάδειξε τα δυνατά σου σημεία. — Highlight your strengths.

Simple passive: αναδείξου / αναδειχθείτε.

Αναδείξετε occurs after να/θα; the affirmative plural command is αναδείξτε.

Other forms · Άλλοι τύποι

Present participles: αναδεικνύοντας; formal αναδεικνυόμενος, αναδεικνυόμενη, αναδεικνυόμενο.

Perfect participial constructions: έχοντας αναδείξει / έχοντας αναδειχθεί.

Result participle: αναδειγμένος, αναδειγμένη, αναδειγμένο; not an automatic substitute for the compound perfect.

Invariant compound-tense forms: αναδείξει / αναδειχθεί / αναδειχτεί; not independently used infinitives.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/anadeiknuo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /anadeiknuo/