ανάβω (anabo) — to light, turn on

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

Modern Greek verb conjugation

ανάβω · to light; to turn on; to ignite

Passive: ανάβομαι.

Άναψα το φως. — I turned the light on. Το φως άναψε. — The light came on.

Active versus passive: The active can describe a light or fire starting: το φως άναψε. Do not automatically use the passive whenever English has no object.

Action versus state: Έχω ανάψει το φως means I have switched on the light. Το φως είναι αναμμένο means the light is on; έχω το φως αναμμένο means I have/keep the light on. These are useful but different constructions.

Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.

Indicative · Οριστική

Present · Ενεστώτας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iανάβωανάβομαι
εσύ · youανάβειςανάβεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itανάβειανάβεται
εμείς · weανάβουμε, ανάβομεαναβόμαστε
εσείς · youανάβετεανάβεστε, αναβόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyανάβουν(ε)ανάβονται

Imperfect · Παρατατικός

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iάναβααναβόμουν(α)
εσύ · youάναβεςαναβόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itάναβεαναβόταν(ε)
εμείς · weανάβαμεαναβόμαστε, αναβόμασταν
εσείς · youανάβατεαναβόσαστε, αναβόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά · theyάναβαν, ανάβαν(ε)ανάβονταν, αναβόντανε, αναβόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iάναψαανάφτηκα
εσύ · youάναψεςανάφτηκες
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itάναψεανάφτηκε
εμείς · weανάψαμεαναφτήκαμε
εσείς · youανάψατεαναφτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyάναψαν, ανάψαν(ε)ανάφτηκαν, αναφτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iέχω ανάψειέχω αναφτεί
εσύ · youέχεις ανάψειέχεις αναφτεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itέχει ανάψειέχει αναφτεί
εμείς · weέχουμε ανάψειέχουμε αναφτεί
εσείς · youέχετε ανάψειέχετε αναφτεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyέχουν ανάψειέχουν αναφτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iείχα ανάψειείχα αναφτεί
εσύ · youείχες ανάψειείχες αναφτεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itείχε ανάψειείχε αναφτεί
εμείς · weείχαμε ανάψειείχαμε αναφτεί
εσείς · youείχατε ανάψειείχατε αναφτεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyείχαν ανάψειείχαν αναφτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα ανάβωθα ανάβομαι
εσύ · youθα ανάβειςθα ανάβεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα ανάβειθα ανάβεται
εμείς · weθα ανάβουμε, θα ανάβομεθα αναβόμαστε
εσείς · youθα ανάβετεθα ανάβεστε, θα αναβόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα ανάβουν(ε)θα ανάβονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα ανάψωθα αναφτώ
εσύ · youθα ανάψειςθα αναφτείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα ανάψειθα αναφτεί
εμείς · weθα ανάψουμε, θα ανάψομεθα αναφτούμε
εσείς · youθα ανάψετεθα αναφτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα ανάψουν(ε)θα αναφτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα έχω ανάψειθα έχω αναφτεί
εσύ · youθα έχεις ανάψειθα έχεις αναφτεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα έχει ανάψειθα έχει αναφτεί
εμείς · weθα έχουμε ανάψειθα έχουμε αναφτεί
εσείς · youθα έχετε ανάψειθα έχετε αναφτεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα έχουν ανάψειθα έχουν αναφτεί

Subjunctive · Υποτακτική

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα ανάβωνα ανάβομαι
εσύ · youνα ανάβειςνα ανάβεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα ανάβεινα ανάβεται
εμείς · weνα ανάβουμε, να ανάβομενα αναβόμαστε
εσείς · youνα ανάβετενα ανάβεστε, να αναβόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα ανάβουν(ε)να ανάβονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα ανάψωνα αναφτώ
εσύ · youνα ανάψειςνα αναφτείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα ανάψεινα αναφτεί
εμείς · weνα ανάψουμε, να ανάψομενα αναφτούμε
εσείς · youνα ανάψετενα αναφτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα ανάψουν(ε)να αναφτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα έχω ανάψεινα έχω αναφτεί
εσύ · youνα έχεις ανάψεινα έχεις αναφτεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα έχει ανάψεινα έχει αναφτεί
εμείς · weνα έχουμε ανάψεινα έχουμε αναφτεί
εσείς · youνα έχετε ανάψεινα έχετε αναφτεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα έχουν ανάψεινα έχουν αναφτεί

Imperative · Προστακτική

Continuous active: άναβε / ανάβετε.

Simple active: άναψε / ανάψτε; plural alternative ανάφτε.

Άναψε το φως. — Turn on the light.

Passive commands: ανάψου / αναφτείτε need a suitable context and are not ordinary substitutes for the command to turn on a light.

Other forms · Άλλοι τύποι

Present participle: ανάβοντας.

Perfect participial constructions: έχοντας ανάψει / έχοντας αναφτεί.

Passive participle: αναμμένος, αναμμένη, αναμμένο; plural αναμμένοι, αναμμένες, αναμμένα. Note the double μμ.

Invariant compound-tense forms: ανάψει / αναφτεί; not independently used infinitives.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/anabo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /anabo/