Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
στρίβω — to turn; twist.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | στρίβω | στρίβομαι |
| εσύ — you | στρίβεις | στρίβεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | στρίβει | στρίβεται |
| εμείς — we | στρίβουμε, στρίβομε | στριβόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | στρίβετε | στρίβεστε, στριβόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | στρίβουν(ε) | στρίβονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έστριβα | στριβόμουν(α) |
| εσύ — you | έστριβες | στριβόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έστριβε | στριβόταν(ε) |
| εμείς — we | στρίβαμε | στριβόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | στρίβατε | στριβόσαστε, στριβόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έστριβαν, στρίβαν(ε) | στρίβονταν, στριβόντανε, στριβόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έστριψα | στρίφτηκα |
| εσύ — you | έστριψες | στρίφτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έστριψε | στρίφτηκε |
| εμείς — we | στρίψαμε | στριφτήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | στρίψατε | στριφτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έστριψαν, στρίψαν(ε) | στρίφτηκαν, στριφτήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω στρίψει | έχω στριφτεί |
| εσύ — you | έχεις στρίψει | έχεις στριφτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει στρίψει | έχει στριφτεί |
| εμείς — we | έχουμε στρίψει | έχουμε στριφτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε στρίψει | έχετε στριφτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν στρίψει | έχουν στριφτεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα στρίψει | είχα στριφτεί |
| εσύ — you | είχες στρίψει | είχες στριφτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε στρίψει | είχε στριφτεί |
| εμείς — we | είχαμε στρίψει | είχαμε στριφτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε στρίψει | είχατε στριφτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν στρίψει | είχαν στριφτεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα στρίβω | θα στρίβομαι |
| εσύ — you | θα στρίβεις | θα στρίβεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα στρίβει | θα στρίβεται |
| εμείς — we | θα στρίβουμε, θα στρίβομε | θα στριβόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα στρίβετε | θα στρίβεστε, θα στριβόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα στρίβουν(ε) | θα στρίβονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα στρίψω | θα στριφτώ |
| εσύ — you | θα στρίψεις | θα στριφτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα στρίψει | θα στριφτεί |
| εμείς — we | θα στρίψουμε, θα στρίψομε | θα στριφτούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα στρίψετε | θα στριφτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα στρίψουν(ε) | θα στριφτούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω στρίψει | θα έχω στριφτεί |
| εσύ — you | θα έχεις στρίψει | θα έχεις στριφτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει στρίψει | θα έχει στριφτεί |
| εμείς — we | θα έχουμε στρίψει | θα έχουμε στριφτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε στρίψει | θα έχετε στριφτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν στρίψει | θα έχουν στριφτεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να στρίβω | να στρίβομαι |
| εσύ — you | να στρίβεις | να στρίβεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να στρίβει | να στρίβεται |
| εμείς — we | να στρίβουμε, να στρίβομε | να στριβόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να στρίβετε | να στρίβεστε, να στριβόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να στρίβουν(ε) | να στρίβονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να στρίψω | να στριφτώ |
| εσύ — you | να στρίψεις | να στριφτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να στρίψει | να στριφτεί |
| εμείς — we | να στρίψουμε, να στρίψομε | να στριφτούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να στρίψετε | να στριφτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να στρίψουν(ε) | να στριφτούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω στρίψει | να έχω στριφτεί |
| εσύ — you | να έχεις στρίψει | να έχεις στριφτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει στρίψει | να έχει στριφτεί |
| εμείς — we | να έχουμε στρίψει | να έχουμε στριφτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε στρίψει | να έχετε στριφτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν στρίψει | να έχουν στριφτεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: στρίβε (εσύ), στρίβετε (εσείς).
Simple: στρίψε (εσύ); στρίψτε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- For changing direction use the active: στρίβω αριστερά. The passive fits something being twisted, rather than an ordinary turn in the road. στριμμένος, -η, -ο can mean twisted or, figuratively, difficult-tempered.
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
Στρίψε δεξιά στο φανάρι.
Turn right at the traffic lights.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — στρίβω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/stribo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/stribo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →