στρώνω (strono) — to lay; set the table

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

στρώνω — to lay; spread; set the table.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I στρώνω στρώνομαι
εσύ — you στρώνεις στρώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it στρώνει στρώνεται
εμείς — we στρώνουμε, στρώνομε στρωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) στρώνετε στρώνεστε, στρωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they στρώνουν(ε) στρώνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έστρωνα στρωνόμουν(α)
εσύ — you έστρωνες στρωνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έστρωνε στρωνόταν(ε)
εμείς — we στρώναμε στρωνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) στρώνατε στρωνόσαστε, στρωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they έστρωναν, στρώναν(ε) στρώνονταν, στρωνόντανε, στρωνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έστρωσα στρώθηκα
εσύ — you έστρωσες στρώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έστρωσε στρώθηκε
εμείς — we στρώσαμε στρωθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) στρώσατε στρωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έστρωσαν, στρώσαν(ε) στρώθηκαν, στρωθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω στρώσει έχω στρωθεί
εσύ — you έχεις στρώσει έχεις στρωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει στρώσει έχει στρωθεί
εμείς — we έχουμε στρώσει έχουμε στρωθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε στρώσει έχετε στρωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν στρώσει έχουν στρωθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα στρώσει είχα στρωθεί
εσύ — you είχες στρώσει είχες στρωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε στρώσει είχε στρωθεί
εμείς — we είχαμε στρώσει είχαμε στρωθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε στρώσει είχατε στρωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν στρώσει είχαν στρωθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα στρώνω θα στρώνομαι
εσύ — you θα στρώνεις θα στρώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα στρώνει θα στρώνεται
εμείς — we θα στρώνουμε, θα στρώνομε θα στρωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα στρώνετε θα στρώνεστε, θα στρωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα στρώνουν(ε) θα στρώνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα στρώσω θα στρωθώ
εσύ — you θα στρώσεις θα στρωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα στρώσει θα στρωθεί
εμείς — we θα στρώσουμε, θα στρώσομε θα στρωθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα στρώσετε θα στρωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα στρώσουν θα στρωθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω στρώσει θα έχω στρωθεί
εσύ — you θα έχεις στρώσει θα έχεις στρωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει στρώσει θα έχει στρωθεί
εμείς — we θα έχουμε στρώσει θα έχουμε στρωθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε στρώσει θα έχετε στρωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν στρώσει θα έχουν στρωθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να στρώνω να στρώνομαι
εσύ — you να στρώνεις να στρώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να στρώνει να στρώνεται
εμείς — we να στρώνουμε, να στρώνομε να στρωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να στρώνετε να στρώνεστε, να στρωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να στρώνουν(ε) να στρώνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να στρώσω να στρωθώ
εσύ — you να στρώσεις να στρωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να στρώσει να στρωθεί
εμείς — we να στρώσουμε, να στρώσομε να στρωθούμε
εσείς — you (plural / polite) να στρώσετε να στρωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να στρώσουν(ε) να στρωθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω στρώσει να έχω στρωθεί
εσύ — you να έχεις στρώσει να έχεις στρωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει στρώσει να έχει στρωθεί
εμείς — we να έχουμε στρώσει να έχουμε στρωθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε στρώσει να έχετε στρωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν στρώσει να έχουν στρωθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: στρώνε (εσύ), στρώνετε (εσείς). Middle: στρώσου, στρωθείτε.

Simple: στρώσε (εσύ); στρώστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Common combinations include στρώνω το τραπέζι (set the table) and στρώνω το κρεβάτι (make the bed). στρώνομαι στη δουλειά means settling down to work. στρωμένος, -η, -ο describes the resulting state.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Έστρωσα το τραπέζι για το βραδινό.

I set the table for dinner.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — στρώνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/strono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /strono/