Modern Greek verb conjugation
αναστατώνω · to upset; to disturb; to turn upside down
Passive: αναστατώνομαι.
Η είδηση με αναστάτωσε. — The news upset me.
Action versus state: Έχω αναστατωθεί is the perfect (I have become upset). Είμαι αναστατωμένος/αναστατωμένη describes how I feel now. Both are natural, with different uses.
Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.
Indicative · Οριστική
Present · Ενεστώτας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | αναστατώνω | αναστατώνομαι |
| εσύ · you | αναστατώνεις | αναστατώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αναστατώνει | αναστατώνεται |
| εμείς · we | αναστατώνουμε, αναστατώνομε | αναστατωνόμαστε |
| εσείς · you | αναστατώνετε | αναστατώνεστε, αναστατωνόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αναστατώνουν(ε) | αναστατώνονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | αναστάτωνα | αναστατωνόμουν(α) |
| εσύ · you | αναστάτωνες | αναστατωνόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αναστάτωνε | αναστατωνόταν(ε) |
| εμείς · we | αναστατώναμε | αναστατωνόμαστε, αναστατωνόμασταν |
| εσείς · you | αναστατώνατε | αναστατωνόσαστε, αναστατωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αναστάτωναν, αναστατώναν(ε) | αναστατώνονταν, αναστατωνόντανε, αναστατωνόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | αναστάτωσα | αναστατώθηκα |
| εσύ · you | αναστάτωσες | αναστατώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αναστάτωσε | αναστατώθηκε |
| εμείς · we | αναστατώσαμε | αναστατωθήκαμε |
| εσείς · you | αναστατώσατε | αναστατωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αναστάτωσαν, αναστατώσαν(ε) | αναστατώθηκαν, αναστατωθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | έχω αναστατώσει | έχω αναστατωθεί |
| εσύ · you | έχεις αναστατώσει | έχεις αναστατωθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | έχει αναστατώσει | έχει αναστατωθεί |
| εμείς · we | έχουμε αναστατώσει | έχουμε αναστατωθεί |
| εσείς · you | έχετε αναστατώσει | έχετε αναστατωθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | έχουν αναστατώσει | έχουν αναστατωθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | είχα αναστατώσει | είχα αναστατωθεί |
| εσύ · you | είχες αναστατώσει | είχες αναστατωθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | είχε αναστατώσει | είχε αναστατωθεί |
| εμείς · we | είχαμε αναστατώσει | είχαμε αναστατωθεί |
| εσείς · you | είχατε αναστατώσει | είχατε αναστατωθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | είχαν αναστατώσει | είχαν αναστατωθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα αναστατώνω | θα αναστατώνομαι |
| εσύ · you | θα αναστατώνεις | θα αναστατώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αναστατώνει | θα αναστατώνεται |
| εμείς · we | θα αναστατώνουμε, θα αναστατώνομε | θα αναστατωνόμαστε |
| εσείς · you | θα αναστατώνετε | θα αναστατώνεστε, θα αναστατωνόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αναστατώνουν(ε) | θα αναστατώνονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα αναστατώσω | θα αναστατωθώ |
| εσύ · you | θα αναστατώσεις | θα αναστατωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αναστατώσει | θα αναστατωθεί |
| εμείς · we | θα αναστατώσουμε, θα αναστατώσομε | θα αναστατωθούμε |
| εσείς · you | θα αναστατώσετε | θα αναστατωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αναστατώσουν | θα αναστατωθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα έχω αναστατώσει | θα έχω αναστατωθεί |
| εσύ · you | θα έχεις αναστατώσει | θα έχεις αναστατωθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα έχει αναστατώσει | θα έχει αναστατωθεί |
| εμείς · we | θα έχουμε αναστατώσει | θα έχουμε αναστατωθεί |
| εσείς · you | θα έχετε αναστατώσει | θα έχετε αναστατωθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα έχουν αναστατώσει | θα έχουν αναστατωθεί |
Subjunctive · Υποτακτική
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να αναστατώνω | να αναστατώνομαι |
| εσύ · you | να αναστατώνεις | να αναστατώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αναστατώνει | να αναστατώνεται |
| εμείς · we | να αναστατώνουμε, να αναστατώνομε | να αναστατωνόμαστε |
| εσείς · you | να αναστατώνετε | να αναστατώνεστε, να αναστατωνόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αναστατώνουν(ε) | να αναστατώνονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να αναστατώσω | να αναστατωθώ |
| εσύ · you | να αναστατώσεις | να αναστατωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αναστατώσει | να αναστατωθεί |
| εμείς · we | να αναστατώσουμε, να αναστατώσομε | να αναστατωθούμε |
| εσείς · you | να αναστατώσετε | να αναστατωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αναστατώσουν(ε) | να αναστατωθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να έχω αναστατώσει | να έχω αναστατωθεί |
| εσύ · you | να έχεις αναστατώσει | να έχεις αναστατωθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να έχει αναστατώσει | να έχει αναστατωθεί |
| εμείς · we | να έχουμε αναστατώσει | να έχουμε αναστατωθεί |
| εσείς · you | να έχετε αναστατώσει | να έχετε αναστατωθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να έχουν αναστατώσει | να έχουν αναστατωθεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous active: αναστάτωνε / αναστατώνετε.
Simple active: αναστάτωσε / αναστατώστε.
Μην αναστατώνεσαι. — Do not get upset.
Αναστατώσετε follows να/θα; use αναστατώστε as the affirmative plural command.
Other forms · Άλλοι τύποι
Present participle: αναστατώνοντας.
Perfect participial construction: έχοντας αναστατώσει; passive έχοντας αναστατωθεί.
Participial adjective: αναστατωμένος, αναστατωμένη, αναστατωμένο. Its use depends on the state or result being described.
Invariant compound-tense forms: αναστατώσει / αναστατωθεί; not independently used infinitives.
https://moderngreekverbs.com/anastatono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.