Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

ανασταίνω — to resurrect, revive

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

Modern Greek verb conjugation

ανασταίνω · to resurrect; to bring back to life; to revive

Passive: ανασταίνομαι · to rise from the dead; to be revived.

Ο Χριστός αναστήθηκε. — Christ rose from the dead.

Meaning and register: Used literally in religious contexts and figuratively for renewed energy or relief: Αυτός ο καφές με ανάστησε. — That coffee revived me. Αναστημένος describes a resulting state; the compound perfect is έχω αναστηθεί.

Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.

Indicative · Οριστική

Present · Ενεστώτας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iανασταίνωανασταίνομαι
εσύ · youανασταίνειςανασταίνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itανασταίνειανασταίνεται
εμείς · weανασταίνουμε, ανασταίνομεανασταινόμαστε
εσείς · youανασταίνετεανασταίνεστε, ανασταινόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyανασταίνουν(ε)ανασταίνονται

Imperfect · Παρατατικός

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iανάσταιναανασταινόμουν(α)
εσύ · youανάσταινεςανασταινόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itανάσταινεανασταινόταν(ε)
εμείς · weανασταίναμεανασταινόμασταν, ανασταινόμαστε
εσείς · youανασταίνατεανασταινόσασταν, ανασταινόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyανάσταιναν, ανασταίναν(ε)ανασταίνονταν, ανασταινόντανε, ανασταινόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iανάστησααναστήθηκα
εσύ · youανάστησεςαναστήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itανάστησεαναστήθηκε
εμείς · weαναστήσαμεαναστηθήκαμε
εσείς · youαναστήσατεαναστηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyανάστησαν, αναστήσαν(ε)αναστήθηκαν, αναστηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iέχω αναστήσειέχω αναστηθεί
εσύ · youέχεις αναστήσειέχεις αναστηθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itέχει αναστήσειέχει αναστηθεί
εμείς · weέχουμε αναστήσειέχουμε αναστηθεί
εσείς · youέχετε αναστήσειέχετε αναστηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyέχουν αναστήσειέχουν αναστηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iείχα αναστήσειείχα αναστηθεί
εσύ · youείχες αναστήσειείχες αναστηθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itείχε αναστήσειείχε αναστηθεί
εμείς · weείχαμε αναστήσειείχαμε αναστηθεί
εσείς · youείχατε αναστήσειείχατε αναστηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyείχαν αναστήσειείχαν αναστηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα ανασταίνωθα ανασταίνομαι
εσύ · youθα ανασταίνειςθα ανασταίνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα ανασταίνειθα ανασταίνεται
εμείς · weθα ανασταίνουμε, θα ανασταίνομεθα ανασταινόμαστε
εσείς · youθα ανασταίνετεθα ανασταίνεστε, θα ανασταινόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα ανασταίνουν(ε)θα ανασταίνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα αναστήσωθα αναστηθώ
εσύ · youθα αναστήσειςθα αναστηθείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα αναστήσειθα αναστηθεί
εμείς · weθα αναστήσουμε, θα αναστήσομεθα αναστηθούμε
εσείς · youθα αναστήσετεθα αναστηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα αναστήσουν(ε)θα αναστηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα έχω αναστήσειθα έχω αναστηθεί
εσύ · youθα έχεις αναστήσειθα έχεις αναστηθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα έχει αναστήσειθα έχει αναστηθεί
εμείς · weθα έχουμε αναστήσειθα έχουμε αναστηθεί
εσείς · youθα έχετε αναστήσειθα έχετε αναστηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα έχουν αναστήσειθα έχουν αναστηθεί

Subjunctive · Υποτακτική

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα ανασταίνωνα ανασταίνομαι
εσύ · youνα ανασταίνειςνα ανασταίνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα ανασταίνεινα ανασταίνεται
εμείς · weνα ανασταίνουμε, να ανασταίνομενα ανασταινόμαστε
εσείς · youνα ανασταίνετενα ανασταίνεστε, να ανασταινόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα ανασταίνουν(ε)να ανασταίνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα αναστήσωνα αναστηθώ
εσύ · youνα αναστήσειςνα αναστηθείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα αναστήσεινα αναστηθεί
εμείς · weνα αναστήσουμε, να αναστήσομενα αναστηθούμε
εσείς · youνα αναστήσετενα αναστηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα αναστήσουν(ε)να αναστηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα έχω αναστήσεινα έχω αναστηθεί
εσύ · youνα έχεις αναστήσεινα έχεις αναστηθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα έχει αναστήσεινα έχει αναστηθεί
εμείς · weνα έχουμε αναστήσεινα έχουμε αναστηθεί
εσείς · youνα έχετε αναστήσεινα έχετε αναστηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα έχουν αναστήσεινα έχουν αναστηθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous active: ανάσταινε / ανασταίνετε.

Simple active: ανάστησε / αναστήστε.

Simple passive: αναστήσου / αναστηθείτε; use depends on the meaning and context.

Stem change: ανασταίνω → ανάστησα → να αναστήσω; passive αναστήθηκα → να αναστηθώ. The -στή- spelling is retained in the perfective forms.

Other forms · Άλλοι τύποι

Present participle: ανασταίνοντας.

Perfect participial constructions: έχοντας αναστήσει / έχοντας αναστηθεί.

Passive participle: αναστημένος, αναστημένη, αναστημένο. This can describe a state or result; it is not automatically interchangeable with the compound perfect.

Invariant compound-tense forms: αναστήσει / αναστηθεί; not independently used infinitives.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/anastaino/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

1 thought on “ανασταίνω — to resurrect, revive”

Comments are closed.

ModernGreekVerbs.com · /anastaino/