Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek verb conjugation
ανασταίνω · to resurrect; to bring back to life; to revive
Passive: ανασταίνομαι · to rise from the dead; to be revived.
Ο Χριστός αναστήθηκε. — Christ rose from the dead.
Meaning and register: Used literally in religious contexts and figuratively for renewed energy or relief: Αυτός ο καφές με ανάστησε. — That coffee revived me. Αναστημένος describes a resulting state; the compound perfect is έχω αναστηθεί.
Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.
Indicative · Οριστική
Present · Ενεστώτας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | ανασταίνω | ανασταίνομαι |
| εσύ · you | ανασταίνεις | ανασταίνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | ανασταίνει | ανασταίνεται |
| εμείς · we | ανασταίνουμε, ανασταίνομε | ανασταινόμαστε |
| εσείς · you | ανασταίνετε | ανασταίνεστε, ανασταινόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | ανασταίνουν(ε) | ανασταίνονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | ανάσταινα | ανασταινόμουν(α) |
| εσύ · you | ανάσταινες | ανασταινόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | ανάσταινε | ανασταινόταν(ε) |
| εμείς · we | ανασταίναμε | ανασταινόμασταν, ανασταινόμαστε |
| εσείς · you | ανασταίνατε | ανασταινόσασταν, ανασταινόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | ανάσταιναν, ανασταίναν(ε) | ανασταίνονταν, ανασταινόντανε, ανασταινόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | ανάστησα | αναστήθηκα |
| εσύ · you | ανάστησες | αναστήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | ανάστησε | αναστήθηκε |
| εμείς · we | αναστήσαμε | αναστηθήκαμε |
| εσείς · you | αναστήσατε | αναστηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | ανάστησαν, αναστήσαν(ε) | αναστήθηκαν, αναστηθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | έχω αναστήσει | έχω αναστηθεί |
| εσύ · you | έχεις αναστήσει | έχεις αναστηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | έχει αναστήσει | έχει αναστηθεί |
| εμείς · we | έχουμε αναστήσει | έχουμε αναστηθεί |
| εσείς · you | έχετε αναστήσει | έχετε αναστηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | έχουν αναστήσει | έχουν αναστηθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | είχα αναστήσει | είχα αναστηθεί |
| εσύ · you | είχες αναστήσει | είχες αναστηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | είχε αναστήσει | είχε αναστηθεί |
| εμείς · we | είχαμε αναστήσει | είχαμε αναστηθεί |
| εσείς · you | είχατε αναστήσει | είχατε αναστηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | είχαν αναστήσει | είχαν αναστηθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα ανασταίνω | θα ανασταίνομαι |
| εσύ · you | θα ανασταίνεις | θα ανασταίνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα ανασταίνει | θα ανασταίνεται |
| εμείς · we | θα ανασταίνουμε, θα ανασταίνομε | θα ανασταινόμαστε |
| εσείς · you | θα ανασταίνετε | θα ανασταίνεστε, θα ανασταινόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα ανασταίνουν(ε) | θα ανασταίνονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα αναστήσω | θα αναστηθώ |
| εσύ · you | θα αναστήσεις | θα αναστηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αναστήσει | θα αναστηθεί |
| εμείς · we | θα αναστήσουμε, θα αναστήσομε | θα αναστηθούμε |
| εσείς · you | θα αναστήσετε | θα αναστηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αναστήσουν(ε) | θα αναστηθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα έχω αναστήσει | θα έχω αναστηθεί |
| εσύ · you | θα έχεις αναστήσει | θα έχεις αναστηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα έχει αναστήσει | θα έχει αναστηθεί |
| εμείς · we | θα έχουμε αναστήσει | θα έχουμε αναστηθεί |
| εσείς · you | θα έχετε αναστήσει | θα έχετε αναστηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα έχουν αναστήσει | θα έχουν αναστηθεί |
Subjunctive · Υποτακτική
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να ανασταίνω | να ανασταίνομαι |
| εσύ · you | να ανασταίνεις | να ανασταίνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να ανασταίνει | να ανασταίνεται |
| εμείς · we | να ανασταίνουμε, να ανασταίνομε | να ανασταινόμαστε |
| εσείς · you | να ανασταίνετε | να ανασταίνεστε, να ανασταινόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να ανασταίνουν(ε) | να ανασταίνονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να αναστήσω | να αναστηθώ |
| εσύ · you | να αναστήσεις | να αναστηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αναστήσει | να αναστηθεί |
| εμείς · we | να αναστήσουμε, να αναστήσομε | να αναστηθούμε |
| εσείς · you | να αναστήσετε | να αναστηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αναστήσουν(ε) | να αναστηθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να έχω αναστήσει | να έχω αναστηθεί |
| εσύ · you | να έχεις αναστήσει | να έχεις αναστηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να έχει αναστήσει | να έχει αναστηθεί |
| εμείς · we | να έχουμε αναστήσει | να έχουμε αναστηθεί |
| εσείς · you | να έχετε αναστήσει | να έχετε αναστηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να έχουν αναστήσει | να έχουν αναστηθεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous active: ανάσταινε / ανασταίνετε.
Simple active: ανάστησε / αναστήστε.
Simple passive: αναστήσου / αναστηθείτε; use depends on the meaning and context.
Stem change: ανασταίνω → ανάστησα → να αναστήσω; passive αναστήθηκα → να αναστηθώ. The -στή- spelling is retained in the perfective forms.
Other forms · Άλλοι τύποι
Present participle: ανασταίνοντας.
Perfect participial constructions: έχοντας αναστήσει / έχοντας αναστηθεί.
Passive participle: αναστημένος, αναστημένη, αναστημένο. This can describe a state or result; it is not automatically interchangeable with the compound perfect.
Invariant compound-tense forms: αναστήσει / αναστηθεί; not independently used infinitives.
https://moderngreekverbs.com/anastaino/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
1 thought on “ανασταίνω — to resurrect, revive”
Comments are closed.