Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek verb conjugation
αναπνέω · to breathe
Αναπνέω καθαρό αέρα. — I breathe clean air.
Stem change: αναπνέω → ανέπνευσα / ανάπνευσα → θα αναπνεύσω. The perfective stem contains υ; the present stem does not.
Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.
Indicative · Οριστική
Present · Ενεστώτας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | αναπνέω |
| εσύ · you | αναπνέεις |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αναπνέει |
| εμείς · we | αναπνέουμε, αναπνέομε |
| εσείς · you | αναπνέετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αναπνέουν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | ανέπνεα, ανάπνεα |
| εσύ · you | ανέπνεες, ανάπνεες |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | ανέπνεε, ανάπνεε |
| εμείς · we | αναπνέαμε |
| εσείς · you | αναπνέατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | ανέπνεαν, ανάπνεαν, αναπνέαν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | ανέπνευσα, ανάπνευσα |
| εσύ · you | ανέπνευσες, ανάπνευσες |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | ανέπνευσε, ανάπνευσε |
| εμείς · we | αναπνεύσαμε |
| εσείς · you | αναπνεύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | ανέπνευσαν, ανάπνευσαν, αναπνεύσαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | έχω αναπνεύσει |
| εσύ · you | έχεις αναπνεύσει |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | έχει αναπνεύσει |
| εμείς · we | έχουμε αναπνεύσει |
| εσείς · you | έχετε αναπνεύσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | έχουν αναπνεύσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | είχα αναπνεύσει |
| εσύ · you | είχες αναπνεύσει |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | είχε αναπνεύσει |
| εμείς · we | είχαμε αναπνεύσει |
| εσείς · you | είχατε αναπνεύσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | είχαν αναπνεύσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | θα αναπνέω |
| εσύ · you | θα αναπνέεις |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αναπνέει |
| εμείς · we | θα αναπνέουμε, θα αναπνέομε |
| εσείς · you | θα αναπνέετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αναπνέουν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | θα αναπνεύσω |
| εσύ · you | θα αναπνεύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αναπνεύσει |
| εμείς · we | θα αναπνεύσουμε, θα αναπνεύσομε |
| εσείς · you | θα αναπνεύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αναπνεύσουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | θα έχω αναπνεύσει |
| εσύ · you | θα έχεις αναπνεύσει |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα έχει αναπνεύσει |
| εμείς · we | θα έχουμε αναπνεύσει |
| εσείς · you | θα έχετε αναπνεύσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα έχουν αναπνεύσει |
Subjunctive · Υποτακτική
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | να αναπνέω |
| εσύ · you | να αναπνέεις |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αναπνέει |
| εμείς · we | να αναπνέουμε, να αναπνέομε |
| εσείς · you | να αναπνέετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αναπνέουν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | να αναπνεύσω |
| εσύ · you | να αναπνεύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αναπνεύσει |
| εμείς · we | να αναπνεύσουμε, να αναπνεύσομε |
| εσείς · you | να αναπνεύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αναπνεύσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | να έχω αναπνεύσει |
| εσύ · you | να έχεις αναπνεύσει |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να έχει αναπνεύσει |
| εμείς · we | να έχουμε αναπνεύσει |
| εσείς · you | να έχετε αναπνεύσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να έχουν αναπνεύσει |
Imperative · Προστακτική
Continuous: ανάπνεε / αναπνέετε.
Simple: ανάπνευσε / αναπνεύστε.
Ανάπνευσε βαθιά. — Breathe deeply.
Command versus past: ανάπνευσε is the affirmative command; ανέπνευσε is past indicative. Να αναπνεύσετε is subjunctive; αναπνεύστε is the affirmative plural imperative.
Other forms · Άλλοι τύποι
Present participle: αναπνέοντας.
Perfect participial construction: έχοντας αναπνεύσει.
Invariant compound-tense form: αναπνεύσει; not an independently used infinitive.
https://moderngreekverbs.com/anapneo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.