ανασκάπτω (anaskapto) — to excavate, dig up

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

Modern Greek verb conjugation

ανασκάπτω · to excavate; to dig up

Passive: ανασκάπτομαι.

Οι αρχαιολόγοι ανέσκαψαν τον χώρο. — The archaeologists excavated the site.

Register: A formal verb, particularly common in archaeology. For ordinary digging, σκάβω is more usual. The tables use ανασκάφηκα / ανασκαφεί for the passive perfective series; alternatives with -φτηκα / -φτεί also occur, and -φθηκε / -φθεί belongs to learned usage.

Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.

Indicative · Οριστική

Present · Ενεστώτας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iανασκάπτωανασκάπτομαι
εσύ · youανασκάπτειςανασκάπτεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itανασκάπτειανασκάπτεται
εμείς · weανασκάπτουμεανασκαπτόμαστε
εσείς · youανασκάπτετεανασκάπτεστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyανασκάπτουν(ε)ανασκάπτονται

Imperfect · Παρατατικός

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iανέσκαπταανασκαπτόμουν
εσύ · youανέσκαπτεςανασκαπτόσουν
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itανέσκαπτεανασκαπτόταν
εμείς · weανασκάπταμεανασκαπτόμασταν
εσείς · youανασκάπτατεανασκαπτόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά · theyανέσκαπτανανασκάπτονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iανέσκαψαανασκάφηκα
εσύ · youανέσκαψεςανασκάφηκες
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itανέσκαψεανασκάφηκε
εμείς · weανασκάψαμεανασκαφήκαμε
εσείς · youανασκάψατεανασκαφήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyανέσκαψανανασκάφηκαν

Present perfect · Παρακείμενος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iέχω ανασκάψειέχω ανασκαφεί
εσύ · youέχεις ανασκάψειέχεις ανασκαφεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itέχει ανασκάψειέχει ανασκαφεί
εμείς · weέχουμε ανασκάψειέχουμε ανασκαφεί
εσείς · youέχετε ανασκάψειέχετε ανασκαφεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyέχουν ανασκάψειέχουν ανασκαφεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iείχα ανασκάψειείχα ανασκαφεί
εσύ · youείχες ανασκάψειείχες ανασκαφεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itείχε ανασκάψειείχε ανασκαφεί
εμείς · weείχαμε ανασκάψειείχαμε ανασκαφεί
εσείς · youείχατε ανασκάψειείχατε ανασκαφεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyείχαν ανασκάψειείχαν ανασκαφεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα ανασκάπτωθα ανασκάπτομαι
εσύ · youθα ανασκάπτειςθα ανασκάπτεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα ανασκάπτειθα ανασκάπτεται
εμείς · weθα ανασκάπτουμεθα ανασκαπτόμαστε
εσείς · youθα ανασκάπτετεθα ανασκάπτεστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα ανασκάπτουν(ε)θα ανασκάπτονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα ανασκάψωθα ανασκαφώ
εσύ · youθα ανασκάψειςθα ανασκαφείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα ανασκάψειθα ανασκαφεί
εμείς · weθα ανασκάψουμεθα ανασκαφούμε
εσείς · youθα ανασκάψετεθα ανασκαφείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα ανασκάψουν(ε)θα ανασκαφούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα έχω ανασκάψειθα έχω ανασκαφεί
εσύ · youθα έχεις ανασκάψειθα έχεις ανασκαφεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα έχει ανασκάψειθα έχει ανασκαφεί
εμείς · weθα έχουμε ανασκάψειθα έχουμε ανασκαφεί
εσείς · youθα έχετε ανασκάψειθα έχετε ανασκαφεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα έχουν ανασκάψειθα έχουν ανασκαφεί

Subjunctive · Υποτακτική

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα ανασκάπτωνα ανασκάπτομαι
εσύ · youνα ανασκάπτειςνα ανασκάπτεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα ανασκάπτεινα ανασκάπτεται
εμείς · weνα ανασκάπτουμενα ανασκαπτόμαστε
εσείς · youνα ανασκάπτετενα ανασκάπτεστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα ανασκάπτουν(ε)να ανασκάπτονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα ανασκάψωνα ανασκαφώ
εσύ · youνα ανασκάψειςνα ανασκαφείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα ανασκάψεινα ανασκαφεί
εμείς · weνα ανασκάψουμενα ανασκαφούμε
εσείς · youνα ανασκάψετενα ανασκαφείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα ανασκάψουν(ε)να ανασκαφούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα έχω ανασκάψεινα έχω ανασκαφεί
εσύ · youνα έχεις ανασκάψεινα έχεις ανασκαφεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα έχει ανασκάψεινα έχει ανασκαφεί
εμείς · weνα έχουμε ανασκάψεινα έχουμε ανασκαφεί
εσείς · youνα έχετε ανασκάψεινα έχετε ανασκαφεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα έχουν ανασκάψεινα έχουν ανασκαφεί

Imperative · Προστακτική

Continuous active: ανάσκαπτε / ανασκάπτετε.

Simple active: ανάσκαψε / ανασκάψτε.

Command versus past: ανάσκαψε is the affirmative command; ανέσκαψε is past indicative. Να ανασκάψετε is subjunctive, whereas ανασκάψτε is the affirmative plural imperative.

Other forms · Άλλοι τύποι

Present participles: ανασκάπτοντας; formal passive ανασκαπτόμενος, ανασκαπτόμενη, ανασκαπτόμενο.

Perfect participial constructions: έχοντας ανασκάψει / έχοντας ανασκαφεί.

Passive participle: ανασκαμμένος, ανασκαμμένη, ανασκαμμένο; learned alternative ανεσκαμμένος. These describe an excavated state; they are separate from έχω ανασκαφεί.

Invariant compound-tense forms: ανασκάψει / ανασκαφεί; not independently used infinitives.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/anaskapto/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /anaskapto/