Modern Greek verb conjugation
ανασκάπτω · to excavate; to dig up
Passive: ανασκάπτομαι.
Οι αρχαιολόγοι ανέσκαψαν τον χώρο. — The archaeologists excavated the site.
Register: A formal verb, particularly common in archaeology. For ordinary digging, σκάβω is more usual. The tables use ανασκάφηκα / ανασκαφεί for the passive perfective series; alternatives with -φτηκα / -φτεί also occur, and -φθηκε / -φθεί belongs to learned usage.
Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.
Indicative · Οριστική
Present · Ενεστώτας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | ανασκάπτω | ανασκάπτομαι |
| εσύ · you | ανασκάπτεις | ανασκάπτεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | ανασκάπτει | ανασκάπτεται |
| εμείς · we | ανασκάπτουμε | ανασκαπτόμαστε |
| εσείς · you | ανασκάπτετε | ανασκάπτεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | ανασκάπτουν(ε) | ανασκάπτονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | ανέσκαπτα | ανασκαπτόμουν |
| εσύ · you | ανέσκαπτες | ανασκαπτόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | ανέσκαπτε | ανασκαπτόταν |
| εμείς · we | ανασκάπταμε | ανασκαπτόμασταν |
| εσείς · you | ανασκάπτατε | ανασκαπτόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | ανέσκαπταν | ανασκάπτονταν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | ανέσκαψα | ανασκάφηκα |
| εσύ · you | ανέσκαψες | ανασκάφηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | ανέσκαψε | ανασκάφηκε |
| εμείς · we | ανασκάψαμε | ανασκαφήκαμε |
| εσείς · you | ανασκάψατε | ανασκαφήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | ανέσκαψαν | ανασκάφηκαν |
Present perfect · Παρακείμενος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | έχω ανασκάψει | έχω ανασκαφεί |
| εσύ · you | έχεις ανασκάψει | έχεις ανασκαφεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | έχει ανασκάψει | έχει ανασκαφεί |
| εμείς · we | έχουμε ανασκάψει | έχουμε ανασκαφεί |
| εσείς · you | έχετε ανασκάψει | έχετε ανασκαφεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | έχουν ανασκάψει | έχουν ανασκαφεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | είχα ανασκάψει | είχα ανασκαφεί |
| εσύ · you | είχες ανασκάψει | είχες ανασκαφεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | είχε ανασκάψει | είχε ανασκαφεί |
| εμείς · we | είχαμε ανασκάψει | είχαμε ανασκαφεί |
| εσείς · you | είχατε ανασκάψει | είχατε ανασκαφεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | είχαν ανασκάψει | είχαν ανασκαφεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα ανασκάπτω | θα ανασκάπτομαι |
| εσύ · you | θα ανασκάπτεις | θα ανασκάπτεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα ανασκάπτει | θα ανασκάπτεται |
| εμείς · we | θα ανασκάπτουμε | θα ανασκαπτόμαστε |
| εσείς · you | θα ανασκάπτετε | θα ανασκάπτεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα ανασκάπτουν(ε) | θα ανασκάπτονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα ανασκάψω | θα ανασκαφώ |
| εσύ · you | θα ανασκάψεις | θα ανασκαφείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα ανασκάψει | θα ανασκαφεί |
| εμείς · we | θα ανασκάψουμε | θα ανασκαφούμε |
| εσείς · you | θα ανασκάψετε | θα ανασκαφείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα ανασκάψουν(ε) | θα ανασκαφούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα έχω ανασκάψει | θα έχω ανασκαφεί |
| εσύ · you | θα έχεις ανασκάψει | θα έχεις ανασκαφεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα έχει ανασκάψει | θα έχει ανασκαφεί |
| εμείς · we | θα έχουμε ανασκάψει | θα έχουμε ανασκαφεί |
| εσείς · you | θα έχετε ανασκάψει | θα έχετε ανασκαφεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα έχουν ανασκάψει | θα έχουν ανασκαφεί |
Subjunctive · Υποτακτική
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να ανασκάπτω | να ανασκάπτομαι |
| εσύ · you | να ανασκάπτεις | να ανασκάπτεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να ανασκάπτει | να ανασκάπτεται |
| εμείς · we | να ανασκάπτουμε | να ανασκαπτόμαστε |
| εσείς · you | να ανασκάπτετε | να ανασκάπτεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να ανασκάπτουν(ε) | να ανασκάπτονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να ανασκάψω | να ανασκαφώ |
| εσύ · you | να ανασκάψεις | να ανασκαφείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να ανασκάψει | να ανασκαφεί |
| εμείς · we | να ανασκάψουμε | να ανασκαφούμε |
| εσείς · you | να ανασκάψετε | να ανασκαφείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να ανασκάψουν(ε) | να ανασκαφούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να έχω ανασκάψει | να έχω ανασκαφεί |
| εσύ · you | να έχεις ανασκάψει | να έχεις ανασκαφεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να έχει ανασκάψει | να έχει ανασκαφεί |
| εμείς · we | να έχουμε ανασκάψει | να έχουμε ανασκαφεί |
| εσείς · you | να έχετε ανασκάψει | να έχετε ανασκαφεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να έχουν ανασκάψει | να έχουν ανασκαφεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous active: ανάσκαπτε / ανασκάπτετε.
Simple active: ανάσκαψε / ανασκάψτε.
Command versus past: ανάσκαψε is the affirmative command; ανέσκαψε is past indicative. Να ανασκάψετε is subjunctive, whereas ανασκάψτε is the affirmative plural imperative.
Other forms · Άλλοι τύποι
Present participles: ανασκάπτοντας; formal passive ανασκαπτόμενος, ανασκαπτόμενη, ανασκαπτόμενο.
Perfect participial constructions: έχοντας ανασκάψει / έχοντας ανασκαφεί.
Passive participle: ανασκαμμένος, ανασκαμμένη, ανασκαμμένο; learned alternative ανεσκαμμένος. These describe an excavated state; they are separate from έχω ανασκαφεί.
Invariant compound-tense forms: ανασκάψει / ανασκαφεί; not independently used infinitives.
https://moderngreekverbs.com/anaskapto/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.