αναπαριστώ (anaparisto) — to depict, re-enact

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

Modern Greek verb conjugation

αναπαριστώ · to depict; to represent; to re-enact

Passive: αναπαρίσταμαι.

Ο πίνακας αναπαριστά μια γιορτή. — The painting depicts a celebration.

Alternative: αναπαριστάνω is another present pattern; both share αναπαραστήσω / αναπαραστήσει. The passive αναπαρίσταμαι follows a learned pattern. Parenthesised forms are formal; dashes in the passive imperfect mean no personal learner model is supplied. See also αναπαριστάνω.

Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.

Indicative · Οριστική

Present · Ενεστώτας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iαναπαριστώ, αναπαριστάνωαναπαρίσταμαι
εσύ · youαναπαριστάςαναπαρίστασαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itαναπαριστάαναπαρίσταται
εμείς · weαναπαριστούμε(αναπαριστάμεθα)
εσείς · youαναπαριστάτε(αναπαρίστασθε)
αυτοί / αυτές / αυτά · theyαναπαριστούν(ε)αναπαρίστανται

Imperfect · Παρατατικός

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iαναπαριστούσα—
εσύ · youαναπαριστούσες—
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itαναπαριστούσεαναπαρίστατο
εμείς · weαναπαριστούσαμε—
εσείς · youαναπαριστούσατε—
αυτοί / αυτές / αυτά · theyαναπαριστούσαν(ε)αναπαρίσταντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iαναπαρέστησααναπαραστάθηκα
εσύ · youαναπαρέστησεςαναπαραστάθηκες
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itαναπαρέστησεαναπαραστάθηκε
εμείς · weαναπαραστήσαμεαναπαρασταθήκαμε
εσείς · youαναπαραστήσατεαναπαρασταθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyαναπαρέστησαν, αναπαραστήσαν(ε)αναπαραστάθηκαν, αναπαρασταθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iέχω αναπαραστήσειέχω αναπαρασταθεί
εσύ · youέχεις αναπαραστήσειέχεις αναπαρασταθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itέχει αναπαραστήσειέχει αναπαρασταθεί
εμείς · weέχουμε αναπαραστήσειέχουμε αναπαρασταθεί
εσείς · youέχετε αναπαραστήσειέχετε αναπαρασταθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyέχουν αναπαραστήσειέχουν αναπαρασταθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iείχα αναπαραστήσειείχα αναπαρασταθεί
εσύ · youείχες αναπαραστήσειείχες αναπαρασταθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itείχε αναπαραστήσειείχε αναπαρασταθεί
εμείς · weείχαμε αναπαραστήσειείχαμε αναπαρασταθεί
εσείς · youείχατε αναπαραστήσειείχατε αναπαρασταθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyείχαν αναπαραστήσειείχαν αναπαρασταθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα αναπαριστώθα αναπαρίσταμαι
εσύ · youθα αναπαριστάςθα αναπαρίστασαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα αναπαριστάθα αναπαρίσταται
εμείς · weθα αναπαριστούμε(θα αναπαριστάμεθα)
εσείς · youθα αναπαριστάτε(θα αναπαρίστασθε)
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα αναπαριστούν(ε)θα αναπαρίστανται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα αναπαραστήσωθα αναπαρασταθώ
εσύ · youθα αναπαραστήσειςθα αναπαρασταθείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα αναπαραστήσειθα αναπαρασταθεί
εμείς · weθα αναπαραστήσουμε, θα αναπαραστήσομεθα αναπαρασταθούμε
εσείς · youθα αναπαραστήσετεθα αναπαρασταθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα αναπαραστήσουν(ε)θα αναπαρασταθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα έχω αναπαραστήσειθα έχω αναπαρασταθεί
εσύ · youθα έχεις αναπαραστήσειθα έχεις αναπαρασταθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα έχει αναπαραστήσειθα έχει αναπαρασταθεί
εμείς · weθα έχουμε αναπαραστήσειθα έχουμε αναπαρασταθεί
εσείς · youθα έχετε αναπαραστήσειθα έχετε αναπαρασταθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα έχουν αναπαραστήσειθα έχουν αναπαρασταθεί

Subjunctive · Υποτακτική

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα αναπαριστώνα αναπαρίσταμαι
εσύ · youνα αναπαριστάςνα αναπαρίστασαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα αναπαριστάνα αναπαρίσταται
εμείς · weνα αναπαριστούμε(να αναπαριστάμεθα)
εσείς · youνα αναπαριστάτε(να αναπαρίστασθε)
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα αναπαριστούν(ε)να αναπαρίστανται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα αναπαραστήσωνα αναπαρασταθώ
εσύ · youνα αναπαραστήσειςνα αναπαρασταθείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα αναπαραστήσεινα αναπαρασταθεί
εμείς · weνα αναπαραστήσουμε, να αναπαραστήσομενα αναπαρασταθούμε
εσείς · youνα αναπαραστήσετενα αναπαρασταθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα αναπαραστήσουν(ε)να αναπαρασταθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα έχω αναπαραστήσεινα έχω αναπαρασταθεί
εσύ · youνα έχεις αναπαραστήσεινα έχεις αναπαρασταθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα έχει αναπαραστήσεινα έχει αναπαρασταθεί
εμείς · weνα έχουμε αναπαραστήσεινα έχουμε αναπαρασταθεί
εσείς · youνα έχετε αναπαραστήσεινα έχετε αναπαρασταθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα έχουν αναπαραστήσεινα έχουν αναπαρασταθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous active plural: αναπαριστάτε.

Simple active: αναπαράστησε / αναπαραστήστε.

Simple passive: αναπαραστήσου / αναπαρασταθείτε; context-dependent.

Αναπαραστήσετε follows να/θα; the affirmative plural command is αναπαραστήστε.

Other forms · Άλλοι τύποι

Present participles: αναπαριστώντας; learned passive αναπαριστάμενος, αναπαριστάμενη, αναπαριστάμενο.

Perfect participial constructions: έχοντας αναπαραστήσει / έχοντας αναπαρασταθεί.

Invariant compound-tense forms: αναπαραστήσει / αναπαρασταθεί; not independently used infinitives.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/anaparisto/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

1 thought on “αναπαριστώ (anaparisto) — to depict, re-enact”

Comments are closed.

ModernGreekVerbs.com · /anaparisto/