Modern Greek verb conjugation
αναστέλλω · to suspend; to halt temporarily
Passive: αναστέλλομαι.
Η λειτουργία ανεστάλη προσωρινά. — Operation was temporarily suspended.
Spelling and register: Present-stem αναστέλλω has double λλ; perfective αναστείλω / αναστείλει has one λ. Ανεστάλη / ανεστάλησαν are formal third-person passive past forms.
Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.
Indicative · Οριστική
Present · Ενεστώτας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | αναστέλλω | αναστέλλομαι |
| εσύ · you | αναστέλλεις | αναστέλλεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αναστέλλει | αναστέλλεται |
| εμείς · we | αναστέλλουμε, αναστέλλομε | αναστελλόμαστε |
| εσείς · you | αναστέλλετε | αναστέλλεστε, αναστελλόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αναστέλλουν(ε) | αναστέλλονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | ανέστελλα | αναστελλόμουν(α) |
| εσύ · you | ανέστελλες | αναστελλόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | ανέστελλε | αναστελλόταν(ε) |
| εμείς · we | αναστέλλαμε | αναστελλόμαστε |
| εσείς · you | αναστέλλατε | αναστελλόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | ανάστελλαν, αναστέλλαν(ε), ανέστελλαν | αναστέλλονταν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | ανέστειλα | αναστάλθηκα |
| εσύ · you | ανέστειλες | αναστάλθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | ανέστειλε | αναστάλθηκε, ανεστάλη |
| εμείς · we | αναστείλαμε | ανασταλθήκαμε |
| εσείς · you | αναστείλατε | ανασταλθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | ανέστειλαν, αναστείλαν(ε) | αναστάλθηκαν, ανεστάλησαν |
Present perfect · Παρακείμενος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | έχω αναστείλει | έχω ανασταλεί |
| εσύ · you | έχεις αναστείλει | έχεις ανασταλεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | έχει αναστείλει | έχει ανασταλεί |
| εμείς · we | έχουμε αναστείλει | έχουμε ανασταλεί |
| εσείς · you | έχετε αναστείλει | έχετε ανασταλεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | έχουν αναστείλει | έχουν ανασταλεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | είχα αναστείλει | είχα ανασταλεί |
| εσύ · you | είχες αναστείλει | είχες ανασταλεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | είχε αναστείλει | είχε ανασταλεί |
| εμείς · we | είχαμε αναστείλει | είχαμε ανασταλεί |
| εσείς · you | είχατε αναστείλει | είχατε ανασταλεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | είχαν αναστείλει | είχαν ανασταλεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα αναστέλλω | θα αναστέλλομαι |
| εσύ · you | θα αναστέλλεις | θα αναστέλλεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αναστέλλει | θα αναστέλλεται |
| εμείς · we | θα αναστέλλουμε, θα αναστέλλομε | θα αναστελλόμαστε |
| εσείς · you | θα αναστέλλετε | θα αναστέλλεστε, θα αναστελλόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αναστέλλουν(ε) | θα αναστέλλονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα αναστείλω | θα ανασταλώ |
| εσύ · you | θα αναστείλεις | θα ανασταλείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αναστείλει | θα ανασταλεί |
| εμείς · we | θα αναστείλουμε, θα αναστείλομε | θα ανασταλούμε |
| εσείς · you | θα αναστείλετε | θα ανασταλείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αναστείλουν(ε) | θα ανασταλούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα έχω αναστείλει | θα έχω ανασταλεί |
| εσύ · you | θα έχεις αναστείλει | θα έχεις ανασταλεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα έχει αναστείλει | θα έχει ανασταλεί |
| εμείς · we | θα έχουμε αναστείλει | θα έχουμε ανασταλεί |
| εσείς · you | θα έχετε αναστείλει | θα έχετε ανασταλεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα έχουν αναστείλει | θα έχουν ανασταλεί |
Subjunctive · Υποτακτική
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να αναστέλλω | να αναστέλλομαι |
| εσύ · you | να αναστέλλεις | να αναστέλλεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αναστέλλει | να αναστέλλεται |
| εμείς · we | να αναστέλλουμε, να αναστέλλομε | να αναστελλόμαστε |
| εσείς · you | να αναστέλλετε | να αναστέλλεστε, να αναστελλόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αναστέλλουν(ε) | να αναστέλλονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να αναστείλω | να ανασταλώ |
| εσύ · you | να αναστείλεις | να ανασταλείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αναστείλει | να ανασταλεί |
| εμείς · we | να αναστείλουμε, να αναστείλομε | να ανασταλούμε |
| εσείς · you | να αναστείλετε | να ανασταλείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αναστείλουν(ε) | να ανασταλούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να έχω αναστείλει | να έχω ανασταλεί |
| εσύ · you | να έχεις αναστείλει | να έχεις ανασταλεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να έχει αναστείλει | να έχει ανασταλεί |
| εμείς · we | να έχουμε αναστείλει | να έχουμε ανασταλεί |
| εσείς · you | να έχετε αναστείλει | να έχετε ανασταλεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να έχουν αναστείλει | να έχουν ανασταλεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous active: ανάστελλε / αναστέλλετε.
Simple active: ανάστειλε / αναστείλετε, αναστείλτε.
Command versus past: ανάστειλε is the affirmative command; ανέστειλε is past indicative.
Other forms · Άλλοι τύποι
Present participle: αναστέλλοντας.
Perfect participial construction: έχοντας αναστείλει; passive έχοντας ανασταλεί.
Invariant compound-tense forms: αναστείλει / ανασταλεί; not independently used infinitives.
https://moderngreekverbs.com/anastello/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.