ΑΝΑΤΕΛΛΩ
I rise
Active
Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
ανατέλλω ανατέλλουμε, ανατέλλομε
ανατέλλεις ανατέλλετε
ανατέλλει ανατέλλουν(ε)
Imper
fect
ανέτελλα, ανάτελλα ανατέλλαμε
ανέτελλες, ανάτελλες ανατέλλατε
ανέτελλε, ανάτελλε ανάτελλαν, ανατέλλαν(ε), ανήτελλαν
Aorist ανέτειλα, ανάτειλα ανατείλαμε
ανέτειλες, ανάτειλες ανατείλατε
ανέτειλε, ανάτειλε ανέτειλαν, ανατείλαν(ε), ανάτειλαν
Per
fect
έχω ανατείλει έχουμε ανατείλει
έχεις ανατείλει έχετε ανατείλει
έχει ανατείλει έχουν ανατείλει
Plu
per
fect
είχα ανατείλει είχαμε ανατείλει
είχες ανατείλει είχατε ανατείλει
είχε ανατείλει είχαν ανατείλει
Fut
ure
Cont
inuous
θα ανατέλλω θα ανατέλλουμε, θα ανατέλλομε
θα ανατέλλεις θα ανατέλλετε
θα ανατέλλει θα ανατέλλουν(ε)
Simp
Fut
θα ανατείλω θα ανατείλουμε, θα ανατείλομε
θα ανατείλεις θα ανατείλετε
θα ανατείλει θα ανατείλουν(ε)
Fut
Perf
θα έχω ανατείλει θα έχουμε ανατείλει
θα έχεις ανατείλει θα έχετε ανατείλει
θα έχει ανατείλει θα έχουν ανατείλει
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να ανατέλλω να ανατέλλουμε, να ανατέλλομε
να ανατέλλεις να ανατέλλετε
να ανατέλλει να ανατέλλουν(ε)
Aorist να ανατείλω να ανατείλουμε, να ανατείλομε
να ανατείλεις να ανατείλετε
να ανατείλει να ανατείλουν(ε)
Perf να έχω ανατείλει να έχουμε ανατείλει
να έχεις ανατείλει να έχετε ανατείλει
να έχει ανατείλει να έχουν ανατείλει
Imper
ative
Pres ανάτελλε ανατέλλετε
Aorist ανέτειλε, ανάτειλε ανατείλετε, ανατείλτε
Part
iciple
Pres ανατέλλοντας
Perf έχοντας ανατείλει
Infin Aorist ανατείλει