Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

ανατέλλω — to rise, dawn

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

Modern Greek verb conjugation

ανατέλλω · to rise (sun, moon or stars); to dawn

Ο ήλιος ανέτειλε. — The sun rose.

Use: Most often third person, referring to a celestial body, a new day or figuratively a new hope. Other persons are possible in figurative or poetic language. Do not use it as the general verb for getting up.

Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.

Indicative · Οριστική

Present · Ενεστώτας

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iανατέλλω
εσύ · youανατέλλεις
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itανατέλλει
εμείς · weανατέλλουμε, ανατέλλομε
εσείς · youανατέλλετε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyανατέλλουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iανέτελλα, ανάτελλα
εσύ · youανέτελλες, ανάτελλες
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itανέτελλε, ανάτελλε
εμείς · weανατέλλαμε
εσείς · youανατέλλατε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyανέτελλαν, ανάτελλαν, ανατέλλαν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iανέτειλα, ανάτειλα
εσύ · youανέτειλες, ανάτειλες
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itανέτειλε, ανάτειλε
εμείς · weανατείλαμε
εσείς · youανατείλατε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyανέτειλαν, ανατείλαν(ε), ανάτειλαν

Present perfect · Παρακείμενος

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iέχω ανατείλει
εσύ · youέχεις ανατείλει
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itέχει ανατείλει
εμείς · weέχουμε ανατείλει
εσείς · youέχετε ανατείλει
αυτοί / αυτές / αυτά · theyέχουν ανατείλει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iείχα ανατείλει
εσύ · youείχες ανατείλει
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itείχε ανατείλει
εμείς · weείχαμε ανατείλει
εσείς · youείχατε ανατείλει
αυτοί / αυτές / αυτά · theyείχαν ανατείλει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iθα ανατέλλω
εσύ · youθα ανατέλλεις
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα ανατέλλει
εμείς · weθα ανατέλλουμε, θα ανατέλλομε
εσείς · youθα ανατέλλετε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα ανατέλλουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iθα ανατείλω
εσύ · youθα ανατείλεις
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα ανατείλει
εμείς · weθα ανατείλουμε, θα ανατείλομε
εσείς · youθα ανατείλετε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα ανατείλουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iθα έχω ανατείλει
εσύ · youθα έχεις ανατείλει
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα έχει ανατείλει
εμείς · weθα έχουμε ανατείλει
εσείς · youθα έχετε ανατείλει
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα έχουν ανατείλει

Subjunctive · Υποτακτική

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iνα ανατέλλω
εσύ · youνα ανατέλλεις
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα ανατέλλει
εμείς · weνα ανατέλλουμε, να ανατέλλομε
εσείς · youνα ανατέλλετε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα ανατέλλουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iνα ανατείλω
εσύ · youνα ανατείλεις
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα ανατείλει
εμείς · weνα ανατείλουμε, να ανατείλομε
εσείς · youνα ανατείλετε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα ανατείλουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iνα έχω ανατείλει
εσύ · youνα έχεις ανατείλει
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα έχει ανατείλει
εμείς · weνα έχουμε ανατείλει
εσείς · youνα έχετε ανατείλει
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα έχουν ανατείλει

Imperative · Προστακτική

Continuous: ανάτελλε / ανατέλλετε.

Simple: ανάτειλε / ανατείλετε, ανατείλτε.

Commands are unusual outside poetic or figurative language. The affirmative command is ανάτειλε; ανέτειλε is past indicative.

Other forms · Άλλοι τύποι

Present participle: ανατέλλοντας.

Perfect participial construction: έχοντας ανατείλει.

Invariant compound-tense form: ανατείλει; not independently used infinitives.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/anatello/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /anatello/