Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek verb conjugation
ανατέλλω · to rise (sun, moon or stars); to dawn
Ο ήλιος ανέτειλε. — The sun rose.
Use: Most often third person, referring to a celestial body, a new day or figuratively a new hope. Other persons are possible in figurative or poetic language. Do not use it as the general verb for getting up.
Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.
Indicative · Οριστική
Present · Ενεστώτας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | ανατέλλω |
| εσύ · you | ανατέλλεις |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | ανατέλλει |
| εμείς · we | ανατέλλουμε, ανατέλλομε |
| εσείς · you | ανατέλλετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | ανατέλλουν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | ανέτελλα, ανάτελλα |
| εσύ · you | ανέτελλες, ανάτελλες |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | ανέτελλε, ανάτελλε |
| εμείς · we | ανατέλλαμε |
| εσείς · you | ανατέλλατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | ανέτελλαν, ανάτελλαν, ανατέλλαν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | ανέτειλα, ανάτειλα |
| εσύ · you | ανέτειλες, ανάτειλες |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | ανέτειλε, ανάτειλε |
| εμείς · we | ανατείλαμε |
| εσείς · you | ανατείλατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | ανέτειλαν, ανατείλαν(ε), ανάτειλαν |
Present perfect · Παρακείμενος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | έχω ανατείλει |
| εσύ · you | έχεις ανατείλει |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | έχει ανατείλει |
| εμείς · we | έχουμε ανατείλει |
| εσείς · you | έχετε ανατείλει |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | έχουν ανατείλει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | είχα ανατείλει |
| εσύ · you | είχες ανατείλει |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | είχε ανατείλει |
| εμείς · we | είχαμε ανατείλει |
| εσείς · you | είχατε ανατείλει |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | είχαν ανατείλει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | θα ανατέλλω |
| εσύ · you | θα ανατέλλεις |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα ανατέλλει |
| εμείς · we | θα ανατέλλουμε, θα ανατέλλομε |
| εσείς · you | θα ανατέλλετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα ανατέλλουν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | θα ανατείλω |
| εσύ · you | θα ανατείλεις |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα ανατείλει |
| εμείς · we | θα ανατείλουμε, θα ανατείλομε |
| εσείς · you | θα ανατείλετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα ανατείλουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | θα έχω ανατείλει |
| εσύ · you | θα έχεις ανατείλει |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα έχει ανατείλει |
| εμείς · we | θα έχουμε ανατείλει |
| εσείς · you | θα έχετε ανατείλει |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα έχουν ανατείλει |
Subjunctive · Υποτακτική
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | να ανατέλλω |
| εσύ · you | να ανατέλλεις |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να ανατέλλει |
| εμείς · we | να ανατέλλουμε, να ανατέλλομε |
| εσείς · you | να ανατέλλετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να ανατέλλουν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | να ανατείλω |
| εσύ · you | να ανατείλεις |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να ανατείλει |
| εμείς · we | να ανατείλουμε, να ανατείλομε |
| εσείς · you | να ανατείλετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να ανατείλουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | να έχω ανατείλει |
| εσύ · you | να έχεις ανατείλει |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να έχει ανατείλει |
| εμείς · we | να έχουμε ανατείλει |
| εσείς · you | να έχετε ανατείλει |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να έχουν ανατείλει |
Imperative · Προστακτική
Continuous: ανάτελλε / ανατέλλετε.
Simple: ανάτειλε / ανατείλετε, ανατείλτε.
Commands are unusual outside poetic or figurative language. The affirmative command is ανάτειλε; ανέτειλε is past indicative.
Other forms · Άλλοι τύποι
Present participle: ανατέλλοντας.
Perfect participial construction: έχοντας ανατείλει.
Invariant compound-tense form: ανατείλει; not independently used infinitives.
https://moderngreekverbs.com/anatello/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.