Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

αναστενάζω — to sigh

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

Modern Greek verb conjugation

αναστενάζω · to sigh

Αναστέναξε από ανακούφιση. — He/she sighed with relief.

Aspect: αναστέναζα describes ongoing or repeated sighing; αναστέναξα presents the action as a whole.

Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.

Indicative · Οριστική

Present · Ενεστώτας

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iαναστενάζω
εσύ · youαναστενάζεις
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itαναστενάζει
εμείς · weαναστενάζουμε, αναστενάζομε
εσείς · youαναστενάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyαναστενάζουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iαναστέναζα
εσύ · youαναστέναζες
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itαναστέναζε
εμείς · weαναστενάζαμε
εσείς · youαναστενάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyαναστέναζαν, αναστενάζαν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iαναστέναξα
εσύ · youαναστέναξες
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itαναστέναξε
εμείς · weαναστενάξαμε
εσείς · youαναστενάξατε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyαναστέναξαν, αναστενάξαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iέχω αναστενάξει
εσύ · youέχεις αναστενάξει
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itέχει αναστενάξει
εμείς · weέχουμε αναστενάξει
εσείς · youέχετε αναστενάξει
αυτοί / αυτές / αυτά · theyέχουν αναστενάξει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iείχα αναστενάξει
εσύ · youείχες αναστενάξει
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itείχε αναστενάξει
εμείς · weείχαμε αναστενάξει
εσείς · youείχατε αναστενάξει
αυτοί / αυτές / αυτά · theyείχαν αναστενάξει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iθα αναστενάζω
εσύ · youθα αναστενάζεις
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα αναστενάζει
εμείς · weθα αναστενάζουμε, θα αναστενάζομε
εσείς · youθα αναστενάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα αναστενάζουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iθα αναστενάξω
εσύ · youθα αναστενάξεις
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα αναστενάξει
εμείς · weθα αναστενάξουμε, θα αναστενάξομε
εσείς · youθα αναστενάξετε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα αναστενάξουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iθα έχω αναστενάξει
εσύ · youθα έχεις αναστενάξει
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα έχει αναστενάξει
εμείς · weθα έχουμε αναστενάξει
εσείς · youθα έχετε αναστενάξει
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα έχουν αναστενάξει

Subjunctive · Υποτακτική

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iνα αναστενάζω
εσύ · youνα αναστενάζεις
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα αναστενάζει
εμείς · weνα αναστενάζουμε, να αναστενάζομε
εσείς · youνα αναστενάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα αναστενάζουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iνα αναστενάξω
εσύ · youνα αναστενάξεις
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα αναστενάξει
εμείς · weνα αναστενάξουμε, να αναστενάξομε
εσείς · youνα αναστενάξετε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα αναστενάξουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iνα έχω αναστενάξει
εσύ · youνα έχεις αναστενάξει
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα έχει αναστενάξει
εμείς · weνα έχουμε αναστενάξει
εσείς · youνα έχετε αναστενάξει
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα έχουν αναστενάξει

Imperative · Προστακτική

Continuous: αναστέναζε / αναστενάζετε.

Simple: αναστέναξε / αναστενάξτε; plural alternative αναστενάχτε.

Other forms · Άλλοι τύποι

Present participle: αναστενάζοντας.

Perfect participial construction: έχοντας αναστενάξει.

Invariant compound-tense form: αναστενάξει; not independently used infinitives.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/anastenazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /anastenazo/