Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek verb conjugation
αναστενάζω · to sigh
Αναστέναξε από ανακούφιση. — He/she sighed with relief.
Aspect: αναστέναζα describes ongoing or repeated sighing; αναστέναξα presents the action as a whole.
Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.
Indicative · Οριστική
Present · Ενεστώτας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | αναστενάζω |
| εσύ · you | αναστενάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αναστενάζει |
| εμείς · we | αναστενάζουμε, αναστενάζομε |
| εσείς · you | αναστενάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αναστενάζουν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | αναστέναζα |
| εσύ · you | αναστέναζες |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αναστέναζε |
| εμείς · we | αναστενάζαμε |
| εσείς · you | αναστενάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αναστέναζαν, αναστενάζαν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | αναστέναξα |
| εσύ · you | αναστέναξες |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αναστέναξε |
| εμείς · we | αναστενάξαμε |
| εσείς · you | αναστενάξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αναστέναξαν, αναστενάξαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | έχω αναστενάξει |
| εσύ · you | έχεις αναστενάξει |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | έχει αναστενάξει |
| εμείς · we | έχουμε αναστενάξει |
| εσείς · you | έχετε αναστενάξει |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | έχουν αναστενάξει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | είχα αναστενάξει |
| εσύ · you | είχες αναστενάξει |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | είχε αναστενάξει |
| εμείς · we | είχαμε αναστενάξει |
| εσείς · you | είχατε αναστενάξει |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | είχαν αναστενάξει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | θα αναστενάζω |
| εσύ · you | θα αναστενάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αναστενάζει |
| εμείς · we | θα αναστενάζουμε, θα αναστενάζομε |
| εσείς · you | θα αναστενάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αναστενάζουν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | θα αναστενάξω |
| εσύ · you | θα αναστενάξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αναστενάξει |
| εμείς · we | θα αναστενάξουμε, θα αναστενάξομε |
| εσείς · you | θα αναστενάξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αναστενάξουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | θα έχω αναστενάξει |
| εσύ · you | θα έχεις αναστενάξει |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα έχει αναστενάξει |
| εμείς · we | θα έχουμε αναστενάξει |
| εσείς · you | θα έχετε αναστενάξει |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα έχουν αναστενάξει |
Subjunctive · Υποτακτική
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | να αναστενάζω |
| εσύ · you | να αναστενάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αναστενάζει |
| εμείς · we | να αναστενάζουμε, να αναστενάζομε |
| εσείς · you | να αναστενάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αναστενάζουν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | να αναστενάξω |
| εσύ · you | να αναστενάξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αναστενάξει |
| εμείς · we | να αναστενάξουμε, να αναστενάξομε |
| εσείς · you | να αναστενάξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αναστενάξουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | να έχω αναστενάξει |
| εσύ · you | να έχεις αναστενάξει |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να έχει αναστενάξει |
| εμείς · we | να έχουμε αναστενάξει |
| εσείς · you | να έχετε αναστενάξει |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να έχουν αναστενάξει |
Imperative · Προστακτική
Continuous: αναστέναζε / αναστενάζετε.
Simple: αναστέναξε / αναστενάξτε; plural alternative αναστενάχτε.
Other forms · Άλλοι τύποι
Present participle: αναστενάζοντας.
Perfect participial construction: έχοντας αναστενάξει.
Invariant compound-tense form: αναστενάξει; not independently used infinitives.
https://moderngreekverbs.com/anastenazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.