αναθέτω (anatheto) — to assign, entrust

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

Modern Greek verb conjugation

αναθέτω · to assign; to entrust

Passive: ανατίθεμαι.

Μου ανέθεσαν ένα έργο. — They assigned me a project.

Different present stems: Active αναθέτω, passive ανατίθεμαι. The passive is especially common in the third person for tasks being assigned. The personal plural forms shown are learned; the passive imperfect is supplied only in its usual formal third-person forms.

Perfect versus state: έχω ανατεθεί is a compound perfect; είναι ανατεθειμένο describes an assigned task or duty.

Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.

Indicative · Οριστική

Present · Ενεστώτας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iαναθέτωανατίθεμαι
εσύ · youαναθέτειςανατίθεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itαναθέτειανατίθεται
εμείς · weαναθέτουμε, αναθέτομεανατιθέμεθα
εσείς · youαναθέτετεανατίθεσθε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyαναθέτουν(ε)ανατίθενται

Imperfect · Παρατατικός

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iανέθετα, ανάθετα—
εσύ · youανέθετες, ανάθετες—
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itανέθετε, ανάθετεανετίθετο
εμείς · weαναθέταμε—
εσείς · youαναθέτατε—
αυτοί / αυτές / αυτά · theyανέθεταν, ανάθεταν, αναθέταν(ε)ανετίθεντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iανέθεσα, ανάθεσαανατέθηκα
εσύ · youανέθεσες, ανάθεσεςανατέθηκες
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itανέθεσε, ανάθεσεανατέθηκε
εμείς · weαναθέσαμεανατεθήκαμε
εσείς · youαναθέσατεανατεθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyανέθεσαν, ανάθεσαν, αναθέσαν(ε)ανατέθηκαν, ανατεθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iέχω αναθέσειέχω ανατεθεί
εσύ · youέχεις αναθέσειέχεις ανατεθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itέχει αναθέσειέχει ανατεθεί
εμείς · weέχουμε αναθέσειέχουμε ανατεθεί
εσείς · youέχετε αναθέσειέχετε ανατεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyέχουν αναθέσειέχουν ανατεθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iείχα αναθέσειείχα ανατεθεί
εσύ · youείχες αναθέσειείχες ανατεθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itείχε αναθέσειείχε ανατεθεί
εμείς · weείχαμε αναθέσειείχαμε ανατεθεί
εσείς · youείχατε αναθέσειείχατε ανατεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyείχαν αναθέσειείχαν ανατεθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα αναθέτωθα ανατίθεμαι
εσύ · youθα αναθέτειςθα ανατίθεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα αναθέτειθα ανατίθεται
εμείς · weθα αναθέτουμε, θα αναθέτομεθα ανατιθέμεθα
εσείς · youθα αναθέτετεθα ανατίθεσθε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα αναθέτουν(ε)θα ανατίθενται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα αναθέσωθα ανατεθώ
εσύ · youθα αναθέσειςθα ανατεθείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα αναθέσειθα ανατεθεί
εμείς · weθα αναθέσουμε, θα αναθέσομεθα ανατεθούμε
εσείς · youθα αναθέσετεθα ανατεθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα αναθέσουν(ε)θα ανατεθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα έχω αναθέσειθα έχω ανατεθεί
εσύ · youθα έχεις αναθέσειθα έχεις ανατεθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα έχει αναθέσειθα έχει ανατεθεί
εμείς · weθα έχουμε αναθέσειθα έχουμε ανατεθεί
εσείς · youθα έχετε αναθέσειθα έχετε ανατεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα έχουν αναθέσειθα έχουν ανατεθεί

Subjunctive · Υποτακτική

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα αναθέτωνα ανατίθεμαι
εσύ · youνα αναθέτειςνα ανατίθεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα αναθέτεινα ανατίθεται
εμείς · weνα αναθέτουμε, να αναθέτομενα ανατιθέμεθα
εσείς · youνα αναθέτετενα ανατίθεσθε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα αναθέτουν(ε)να ανατίθενται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα αναθέσωνα ανατεθώ
εσύ · youνα αναθέσειςνα ανατεθείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα αναθέσεινα ανατεθεί
εμείς · weνα αναθέσουμε, να αναθέσομενα ανατεθούμε
εσείς · youνα αναθέσετενα ανατεθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα αναθέσουν(ε)να ανατεθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα έχω αναθέσεινα έχω ανατεθεί
εσύ · youνα έχεις αναθέσεινα έχεις ανατεθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα έχει αναθέσεινα έχει ανατεθεί
εμείς · weνα έχουμε αναθέσεινα έχουμε ανατεθεί
εσείς · youνα έχετε αναθέσεινα έχετε ανατεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα έχουν αναθέσεινα έχουν ανατεθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous active: ανάθετε / αναθέτετε.

Simple active: ανάθεσε / αναθέστε.

Use ανάθεσε as an affirmative command; ανέθεσε is past indicative. Να αναθέσετε is subjunctive, not the affirmative plural imperative.

Other forms · Άλλοι τύποι

Present participle: αναθέτοντας.

Perfect participial construction: έχοντας αναθέσει; passive έχοντας ανατεθεί.

Participial adjective: ανατεθειμένος, ανατεθειμένη, ανατεθειμένο. Its use depends on the state or result being described.

Invariant compound-tense forms: αναθέσει / ανατεθεί; not independently used infinitives.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/anatheto/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /anatheto/