ανατριχιάζω (anatrixiazo) — to shiver, get goosebumps

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

Modern Greek verb conjugation

ανατριχιάζω · to shiver; to get goosebumps

Ανατρίχιασα όταν το άκουσα. — I got goosebumps when I heard it.

Usage: Can describe a physical shiver or a reaction to fear, disgust, emotion or excitement. The simple stem is ανατριχιάσω; θα ανατριχιάζουμε belongs to the continuous future.

Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.

Indicative · Οριστική

Present · Ενεστώτας

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iανατριχιάζω
εσύ · youανατριχιάζεις
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itανατριχιάζει
εμείς · weανατριχιάζουμε, ανατριχιάζομε
εσείς · youανατριχιάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyανατριχιάζουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iανατρίχιαζα
εσύ · youανατρίχιαζες
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itανατρίχιαζε
εμείς · weανατριχιάζαμε
εσείς · youανατριχιάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyανατρίχιαζαν, ανατριχιάζαν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iανατρίχιασα
εσύ · youανατρίχιασες
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itανατρίχιασε
εμείς · weανατριχιάσαμε
εσείς · youανατριχιάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyανατρίχιασαν, ανατριχιάσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iέχω ανατριχιάσει
εσύ · youέχεις ανατριχιάσει
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itέχει ανατριχιάσει
εμείς · weέχουμε ανατριχιάσει
εσείς · youέχετε ανατριχιάσει
αυτοί / αυτές / αυτά · theyέχουν ανατριχιάσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iείχα ανατριχιάσει
εσύ · youείχες ανατριχιάσει
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itείχε ανατριχιάσει
εμείς · weείχαμε ανατριχιάσει
εσείς · youείχατε ανατριχιάσει
αυτοί / αυτές / αυτά · theyείχαν ανατριχιάσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iθα ανατριχιάζω
εσύ · youθα ανατριχιάζεις
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα ανατριχιάζει
εμείς · weθα ανατριχιάζουμε, θα ανατριχιάζομε
εσείς · youθα ανατριχιάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα ανατριχιάζουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iθα ανατριχιάσω
εσύ · youθα ανατριχιάσεις
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα ανατριχιάσει
εμείς · weθα ανατριχιάσουμε, θα ανατριχιάσομε
εσείς · youθα ανατριχιάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα ανατριχιάσουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iθα έχω ανατριχιάσει
εσύ · youθα έχεις ανατριχιάσει
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα έχει ανατριχιάσει
εμείς · weθα έχουμε ανατριχιάσει
εσείς · youθα έχετε ανατριχιάσει
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα έχουν ανατριχιάσει

Subjunctive · Υποτακτική

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iνα ανατριχιάζω
εσύ · youνα ανατριχιάζεις
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα ανατριχιάζει
εμείς · weνα ανατριχιάζουμε, να ανατριχιάζομε
εσείς · youνα ανατριχιάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα ανατριχιάζουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iνα ανατριχιάσω
εσύ · youνα ανατριχιάσεις
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα ανατριχιάσει
εμείς · weνα ανατριχιάσουμε, να ανατριχιάσομε
εσείς · youνα ανατριχιάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα ανατριχιάσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iνα έχω ανατριχιάσει
εσύ · youνα έχεις ανατριχιάσει
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα έχει ανατριχιάσει
εμείς · weνα έχουμε ανατριχιάσει
εσείς · youνα έχετε ανατριχιάσει
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα έχουν ανατριχιάσει

Imperative · Προστακτική

Continuous: ανατρίχιαζε / ανατριχιάζετε.

Simple: ανατρίχιασε / ανατριχιάστε. Direct commands are less usual than descriptions of the reaction.

Other forms · Άλλοι τύποι

Present participle: ανατριχιάζοντας.

Perfect participial construction: έχοντας ανατριχιάσει.

Invariant compound-tense form: ανατριχιάσει; not independently used infinitives.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/anatrixiazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /anatrixiazo/