στρέφω (strefo) — to turn

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

στρέφω — to turn; direct.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I στρέφω στρέφομαι
εσύ — you στρέφεις στρέφεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it στρέφει στρέφεται
εμείς — we στρέφουμε, στρέφομε στρεφόμαστε
εσείς — you (plural / polite) στρέφετε στρέφεστε, στρεφόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they στρέφουν(ε) στρέφονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έστρεφα στρεφόμουν(α)
εσύ — you έστρεφες στρεφόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έστρεφε στρεφόταν(ε)
εμείς — we στρέφαμε στρεφόμασταν
εσείς — you (plural / polite) στρέφατε στρεφόσαστε, στρεφόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they έστρεφαν, στρέφαν(ε) στρέφονταν, στρεφόντανε, στρεφόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έστρεψα στράφηκα
εσύ — you έστρεψες στράφηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έστρεψε στράφηκε
εμείς — we στρέψαμε στραφήκαμε
εσείς — you (plural / polite) στρέψατε στραφήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έστρεψαν, στρέψαν(ε) στράφηκαν, στραφήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω στρέψει έχω στραφεί
εσύ — you έχεις στρέψει έχεις στραφεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει στρέψει έχει στραφεί
εμείς — we έχουμε στρέψει έχουμε στραφεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε στρέψει έχετε στραφεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν στρέψει έχουν στραφεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα στρέψει είχα στραφεί
εσύ — you είχες στρέψει είχες στραφεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε στρέψει είχε στραφεί
εμείς — we είχαμε στρέψει είχαμε στραφεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε στρέψει είχατε στραφεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν στρέψει είχαν στραφεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα στρέφω θα στρέφομαι
εσύ — you θα στρέφεις θα στρέφεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα στρέφει θα στρέφεται
εμείς — we θα στρέφουμε, θα στρέφομε θα στρεφόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα στρέφετε θα στρέφεστε, θα στρεφόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα στρέφουν(ε) θα στρέφονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα στρέψω θα στραφώ
εσύ — you θα στρέψεις θα στραφείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα στρέψει θα στραφεί
εμείς — we θα στρέψουμε, θα στρέψομε θα στραφούμε
εσείς — you (plural / polite) θα στρέψετε θα στραφείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα στρέψουν(ε) θα στραφούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω στρέψει θα έχω στραφεί
εσύ — you θα έχεις στρέψει θα έχεις στραφεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει στρέψει θα έχει στραφεί
εμείς — we θα έχουμε στρέψει θα έχουμε στραφεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε στρέψει θα έχετε στραφεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν στρέψει θα έχουν στραφεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να στρέφω να στρέφομαι
εσύ — you να στρέφεις να στρέφεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να στρέφει να στρέφεται
εμείς — we να στρέφουμε, να στρέφομε να στρεφόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να στρέφετε να στρέφεστε, να στρεφόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να στρέφουν(ε) να στρέφονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να στρέψω να στραφώ
εσύ — you να στρέψεις να στραφείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να στρέψει να στραφεί
εμείς — we να στρέψουμε, να στρέψομε να στραφούμε
εσείς — you (plural / polite) να στρέψετε να στραφείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να στρέψουν(ε) να στραφούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω στρέψει να έχω στραφεί
εσύ — you να έχεις στρέψει να έχεις στραφεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει στρέψει να έχει στραφεί
εμείς — we να έχουμε στρέψει να έχουμε στραφεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε στρέψει να έχετε στραφεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν στρέψει να έχουν στραφεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: στρέφε (εσύ), στρέφετε (εσείς). Middle: στρέψου, στραφείτε. The commands have no past-tense augment.

Simple: στρέψε (εσύ); στρέψτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • στρέφω directs or turns something; στρέφομαι can mean turning oneself or turning to someone for help. στραμμένος, -η, -ο describes the direction or orientation.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Στράφηκε προς το παράθυρο.

She turned towards the window.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — στρέφω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/strefo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /strefo/