Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

περιστρέφω — to rotate

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

περιστρέφω means to rotate something; περιστρέφομαι means to rotate or revolve.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I περιστρέφω περιστρέφομαι
εσύ — you περιστρέφεις περιστρέφεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it περιστρέφει περιστρέφεται
εμείς — we περιστρέφουμε, περιστρέφομε περιστρεφόμαστε
εσείς — you (plural / polite) περιστρέφετε περιστρέφεστε, περιστρεφόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they περιστρέφουν(ε) περιστρέφονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I περιέστρεφα περιστρεφόμουν(α)
εσύ — you περιέστρεφες περιστρεφόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it περιέστρεφε περιστρεφόταν(ε)
εμείς — we περιστρέφαμε περιστρεφόμασταν
εσείς — you (plural / polite) περιστρέφατε περιστρεφόσαστε, περιστρεφόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they περιέστρεφαν, περιστρέφαν(ε) περιστρέφονταν, περιστρεφόντανε, περιστρεφόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I περιέστρεψα περιστράφηκα
εσύ — you περιέστρεψες περιστράφηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it περιέστρεψε περιστράφηκε
εμείς — we περιστρέψαμε περιστραφήκαμε
εσείς — you (plural / polite) περιστρέψατε περιστραφήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they περιέστρεψαν, περιστρέψαν(ε) περιστράφηκαν, περιστραφήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω περιστρέψει έχω περιστραφεί
εσύ — you έχεις περιστρέψει έχεις περιστραφεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει περιστρέψει έχει περιστραφεί
εμείς — we έχουμε περιστρέψει έχουμε περιστραφεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε περιστρέψει έχετε περιστραφεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν περιστρέψει έχουν περιστραφεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα περιστρέψει είχα περιστραφεί
εσύ — you είχες περιστρέψει είχες περιστραφεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε περιστρέψει είχε περιστραφεί
εμείς — we είχαμε περιστρέψει είχαμε περιστραφεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε περιστρέψει είχατε περιστραφεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν περιστρέψει είχαν περιστραφεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα περιστρέφω θα περιστρέφομαι
εσύ — you θα περιστρέφεις θα περιστρέφεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα περιστρέφει θα περιστρέφεται
εμείς — we θα περιστρέφουμε, θα περιστρέφομε θα περιστρεφόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα περιστρέφετε θα περιστρέφεστε, θα περιστρεφόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα περιστρέφουν(ε) θα περιστρέφονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα περιστρέψω θα περιστραφώ
εσύ — you θα περιστρέψεις θα περιστραφείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα περιστρέψει θα περιστραφεί
εμείς — we θα περιστρέψουμε, θα περιστρέψομε θα περιστραφούμε
εσείς — you (plural / polite) θα περιστρέψετε θα περιστραφείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα περιστρέψουν(ε) θα περιστραφούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω περιστρέψει θα έχω περιστραφεί
εσύ — you θα έχεις περιστρέψει θα έχεις περιστραφεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει περιστρέψει θα έχει περιστραφεί
εμείς — we θα έχουμε περιστρέψει θα έχουμε περιστραφεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε περιστρέψει θα έχετε περιστραφεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν περιστρέψει θα έχουν περιστραφεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να περιστρέφω να περιστρέφομαι
εσύ — you να περιστρέφεις να περιστρέφεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να περιστρέφει να περιστρέφεται
εμείς — we να περιστρέφουμε, να περιστρέφομε να περιστρεφόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να περιστρέφετε να περιστρέφεστε, να περιστρεφόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να περιστρέφουν(ε) να περιστρέφονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να περιστρέψω να περιστραφώ
εσύ — you να περιστρέψεις να περιστραφείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να περιστρέψει να περιστραφεί
εμείς — we να περιστρέψουμε, να περιστρέψομε να περιστραφούμε
εσείς — you (plural / polite) να περιστρέψετε να περιστραφείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να περιστρέψουν(ε) να περιστραφούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω περιστρέψει να έχω περιστραφεί
εσύ — you να έχεις περιστρέψει να έχεις περιστραφεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει περιστρέψει να έχει περιστραφεί
εμείς — we να έχουμε περιστρέψει να έχουμε περιστραφεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε περιστρέψει να έχετε περιστραφεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν περιστρέψει να έχουν περιστραφεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: περίστρεφε / περιστρέφετε.

Simple: περίστρεψε (εσύ); περιστρέψτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The command has no internal past augment: περίστρεψε. The aorist is περιέστρεψα. Passive perfective: περιστράφηκα / περιστραφώ / περιστραφεί.

Η Γη περιστρέφεται γύρω από τον άξονά της.

The Earth rotates around its axis.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — περιστρέφω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/peristrefo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /peristrefo/