Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
περιστρέφω means to rotate something; περιστρέφομαι means to rotate or revolve.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | περιστρέφω | περιστρέφομαι |
| εσύ — you | περιστρέφεις | περιστρέφεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | περιστρέφει | περιστρέφεται |
| εμείς — we | περιστρέφουμε, περιστρέφομε | περιστρεφόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | περιστρέφετε | περιστρέφεστε, περιστρεφόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | περιστρέφουν(ε) | περιστρέφονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | περιέστρεφα | περιστρεφόμουν(α) |
| εσύ — you | περιέστρεφες | περιστρεφόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | περιέστρεφε | περιστρεφόταν(ε) |
| εμείς — we | περιστρέφαμε | περιστρεφόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | περιστρέφατε | περιστρεφόσαστε, περιστρεφόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | περιέστρεφαν, περιστρέφαν(ε) | περιστρέφονταν, περιστρεφόντανε, περιστρεφόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | περιέστρεψα | περιστράφηκα |
| εσύ — you | περιέστρεψες | περιστράφηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | περιέστρεψε | περιστράφηκε |
| εμείς — we | περιστρέψαμε | περιστραφήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | περιστρέψατε | περιστραφήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | περιέστρεψαν, περιστρέψαν(ε) | περιστράφηκαν, περιστραφήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω περιστρέψει | έχω περιστραφεί |
| εσύ — you | έχεις περιστρέψει | έχεις περιστραφεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει περιστρέψει | έχει περιστραφεί |
| εμείς — we | έχουμε περιστρέψει | έχουμε περιστραφεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε περιστρέψει | έχετε περιστραφεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν περιστρέψει | έχουν περιστραφεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα περιστρέψει | είχα περιστραφεί |
| εσύ — you | είχες περιστρέψει | είχες περιστραφεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε περιστρέψει | είχε περιστραφεί |
| εμείς — we | είχαμε περιστρέψει | είχαμε περιστραφεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε περιστρέψει | είχατε περιστραφεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν περιστρέψει | είχαν περιστραφεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα περιστρέφω | θα περιστρέφομαι |
| εσύ — you | θα περιστρέφεις | θα περιστρέφεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα περιστρέφει | θα περιστρέφεται |
| εμείς — we | θα περιστρέφουμε, θα περιστρέφομε | θα περιστρεφόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα περιστρέφετε | θα περιστρέφεστε, θα περιστρεφόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα περιστρέφουν(ε) | θα περιστρέφονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα περιστρέψω | θα περιστραφώ |
| εσύ — you | θα περιστρέψεις | θα περιστραφείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα περιστρέψει | θα περιστραφεί |
| εμείς — we | θα περιστρέψουμε, θα περιστρέψομε | θα περιστραφούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα περιστρέψετε | θα περιστραφείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα περιστρέψουν(ε) | θα περιστραφούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω περιστρέψει | θα έχω περιστραφεί |
| εσύ — you | θα έχεις περιστρέψει | θα έχεις περιστραφεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει περιστρέψει | θα έχει περιστραφεί |
| εμείς — we | θα έχουμε περιστρέψει | θα έχουμε περιστραφεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε περιστρέψει | θα έχετε περιστραφεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν περιστρέψει | θα έχουν περιστραφεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να περιστρέφω | να περιστρέφομαι |
| εσύ — you | να περιστρέφεις | να περιστρέφεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να περιστρέφει | να περιστρέφεται |
| εμείς — we | να περιστρέφουμε, να περιστρέφομε | να περιστρεφόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να περιστρέφετε | να περιστρέφεστε, να περιστρεφόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να περιστρέφουν(ε) | να περιστρέφονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να περιστρέψω | να περιστραφώ |
| εσύ — you | να περιστρέψεις | να περιστραφείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να περιστρέψει | να περιστραφεί |
| εμείς — we | να περιστρέψουμε, να περιστρέψομε | να περιστραφούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να περιστρέψετε | να περιστραφείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να περιστρέψουν(ε) | να περιστραφούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω περιστρέψει | να έχω περιστραφεί |
| εσύ — you | να έχεις περιστρέψει | να έχεις περιστραφεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει περιστρέψει | να έχει περιστραφεί |
| εμείς — we | να έχουμε περιστρέψει | να έχουμε περιστραφεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε περιστρέψει | να έχετε περιστραφεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν περιστρέψει | να έχουν περιστραφεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: περίστρεφε / περιστρέφετε.
Simple: περίστρεψε (εσύ); περιστρέψτε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
- The command has no internal past augment: περίστρεψε. The aorist is περιέστρεψα. Passive perfective: περιστράφηκα / περιστραφώ / περιστραφεί.
Η Γη περιστρέφεται γύρω από τον άξονά της.
The Earth rotates around its axis.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — περιστρέφω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/peristrefo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/peristrefo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.