στολίζω (stolizo) — to adorn

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

στολίζω — to decorate; adorn.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I στολίζω στολίζομαι
εσύ — you στολίζεις στολίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it στολίζει στολίζεται
εμείς — we στολίζουμε, στολίζομε στολιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) στολίζετε στολίζεστε, στολιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they στολίζουν(ε) στολίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I στόλιζα στολιζόμουν(α)
εσύ — you στόλιζες στολιζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it στόλιζε στολιζόταν(ε)
εμείς — we στολίζαμε στολιζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) στολίζατε στολιζόσαστε, στολιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they στόλιζαν, στολίζαν(ε) στολίζονταν, στολιζόντανε, στολιζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I στόλισα στολίστηκα
εσύ — you στόλισες στολίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it στόλισε στολίστηκε
εμείς — we στολίσαμε στολιστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) στολίσατε στολιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they στόλισαν, στολίσαν(ε) στολίστηκαν, στολιστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω στολίσει έχω στολιστεί
εσύ — you έχεις στολίσει έχεις στολιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει στολίσει έχει στολιστεί
εμείς — we έχουμε στολίσει έχουμε στολιστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε στολίσει έχετε στολιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν στολίσει έχουν στολιστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα στολίσει είχα στολιστεί
εσύ — you είχες στολίσει είχες στολιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε στολίσει είχε στολιστεί
εμείς — we είχαμε στολίσει είχαμε στολιστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε στολίσει είχατε στολιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν στολίσει είχαν στολιστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα στολίζω θα στολίζομαι
εσύ — you θα στολίζεις θα στολίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα στολίζει θα στολίζεται
εμείς — we θα στολίζουμε, θα στολίζομε θα στολιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα στολίζετε θα στολίζεστε, θα στολιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα στολίζουν(ε) θα στολίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα στολίσω θα στολιστώ
εσύ — you θα στολίσεις θα στολιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα στολίσει θα στολιστεί
εμείς — we θα στολίσουμε, θα στολίσομε θα στολιστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα στολίσετε θα στολιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα στολίσουν(ε) θα στολιστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω στολίσει θα έχω στολιστεί
εσύ — you θα έχεις στολίσει θα έχεις στολιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει στολίσει θα έχει στολιστεί
εμείς — we θα έχουμε στολίσει θα έχουμε στολιστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε στολίσει θα έχετε στολιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν στολίσει θα έχουν στολιστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να στολίζω να στολίζομαι
εσύ — you να στολίζεις να στολίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να στολίζει να στολίζεται
εμείς — we να στολίζουμε, να στολίζομε να στολιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να στολίζετε να στολίζεστε, να στολιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να στολίζουν(ε) να στολίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να στολίσω να στολιστώ
εσύ — you να στολίσεις να στολιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να στολίσει να στολιστεί
εμείς — we να στολίσουμε, να στολίσομε να στολιστούμε
εσείς — you (plural / polite) να στολίσετε να στολιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να στολίσουν(ε) να στολιστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω στολίσει να έχω στολιστεί
εσύ — you να έχεις στολίσει να έχεις στολιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει στολίσει να έχει στολιστεί
εμείς — we να έχουμε στολίσει να έχουμε στολιστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε στολίσει να έχετε στολιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν στολίσει να έχουν στολιστεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: στόλιζε (εσύ), στολίζετε (εσείς). Middle: στολίσου, στολιστείτε.

Simple: στόλισε (εσύ); στολίστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • στολίζομαι can mean dressing oneself up or being decorated. στολισμένος, -η, -ο means decorated or adorned.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Στολίσαμε το χριστουγεννιάτικο δέντρο.

We decorated the Christmas tree.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — στολίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/stolizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /stolizo/