στοιχίζω (stoixizo) — to cost

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

στοιχίζω — to cost, literally or figuratively.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I στοιχίζω
εσύ — you στοιχίζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it στοιχίζει
εμείς — we στοιχίζουμε, στοιχίζομε
εσείς — you (plural / polite) στοιχίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they στοιχίζουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I στοίχιζα
εσύ — you στοίχιζες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it στοίχιζε
εμείς — we στοιχίζαμε
εσείς — you (plural / polite) στοιχίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they στοίχιζαν, στοιχίζαν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I στοίχισα
εσύ — you στοίχισες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it στοίχισε
εμείς — we στοιχίσαμε
εσείς — you (plural / polite) στοιχίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they στοίχισαν, στοιχίσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω στοιχίσει
εσύ — you έχεις στοιχίσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει στοιχίσει
εμείς — we έχουμε στοιχίσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε στοιχίσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν στοιχίσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα στοιχίσει
εσύ — you είχες στοιχίσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε στοιχίσει
εμείς — we είχαμε στοιχίσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε στοιχίσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν στοιχίσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα στοιχίζω
εσύ — you θα στοιχίζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα στοιχίζει
εμείς — we θα στοιχίζουμε, θα στοιχίζομε
εσείς — you (plural / polite) θα στοιχίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα στοιχίζουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα στοιχίσω
εσύ — you θα στοιχίσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα στοιχίσει
εμείς — we θα στοιχίσουμε, θα στοιχίσομε
εσείς — you (plural / polite) θα στοιχίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα στοιχίσουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω στοιχίσει
εσύ — you θα έχεις στοιχίσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει στοιχίσει
εμείς — we θα έχουμε στοιχίσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε στοιχίσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν στοιχίσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να στοιχίζω
εσύ — you να στοιχίζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να στοιχίζει
εμείς — we να στοιχίζουμε, να στοιχίζομε
εσείς — you (plural / polite) να στοιχίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να στοιχίζουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να στοιχίσω
εσύ — you να στοιχίσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να στοιχίσει
εμείς — we να στοιχίσουμε, να στοιχίσομε
εσείς — you (plural / polite) να στοιχίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να στοιχίσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω στοιχίσει
εσύ — you να έχεις στοιχίσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει στοιχίσει
εμείς — we να έχουμε στοιχίσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε στοιχίσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν στοιχίσει

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • For prices, the thing bought is normally the subject: το βιβλίο στοιχίζει. Third-person forms are therefore especially common, though other persons are possible in suitable contexts.
  • στοιχίζω also has a separate meaning of arranging in rows or aligning. Commands such as στοίχισε / στοιχίστε normally concern that meaning.

Το εισιτήριο μου στοίχισε είκοσι ευρώ.

The ticket cost me twenty euros.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — στοιχίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/stoixizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /stoixizo/