Your Greek learning toolkit
ρήματαModern Greek Verbs

καταστρέφω — to destroy; to ruin

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

καταστρέφω — to destroy; to ruin.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I καταστρέφω καταστρέφομαι
εσύ — you καταστρέφεις καταστρέφεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it καταστρέφει καταστρέφεται
εμείς — we καταστρέφουμε, καταστρέφομε καταστρεφόμαστε
εσείς — you (plural / polite) καταστρέφετε καταστρέφεστε, καταστρεφόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they καταστρέφουν(ε) καταστρέφονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κατέστρεφα, κατάστρεφα καταστρεφόμουν(α)
εσύ — you κατέστρεφες, κατάστρεφες καταστρεφόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κατέστρεφε, κατάστρεφε καταστρεφόταν(ε)
εμείς — we καταστρέφαμε καταστρεφόμασταν
εσείς — you (plural / polite) καταστρέφατε καταστρεφόσαστε, καταστρεφόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they κατέστρεφαν, κατάστρεφαν, καταστρέφαν(ε) καταστρέφονταν, καταστρεφόντανε, καταστρεφόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κατέστρεψα, κατάστρεψα καταστράφηκα
εσύ — you κατέστρεψες, κατάστρεψες καταστράφηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κατέστρεψε, κατάστρεψε καταστράφηκε
εμείς — we καταστρέψαμε καταστραφήκαμε
εσείς — you (plural / polite) καταστρέψατε καταστραφήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κατέστρεψαν, κατάστρεψαν, καταστρέψαν(ε) καταστράφηκαν, καταστραφήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω καταστρέψει έχω καταστραφεί
εσύ — you έχεις καταστρέψει έχεις καταστραφεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει καταστρέψει έχει καταστραφεί
εμείς — we έχουμε καταστρέψει έχουμε καταστραφεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε καταστρέψει έχετε καταστραφεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν καταστρέψει έχουν καταστραφεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα καταστρέψει είχα καταστραφεί
εσύ — you είχες καταστρέψει είχες καταστραφεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε καταστρέψει είχε καταστραφεί
εμείς — we είχαμε καταστρέψει είχαμε καταστραφεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε καταστρέψει είχατε καταστραφεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν καταστρέψει είχαν καταστραφεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα καταστρέφω θα καταστρέφομαι
εσύ — you θα καταστρέφεις θα καταστρέφεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα καταστρέφει θα καταστρέφεται
εμείς — we θα καταστρέφουμε, θα καταστρέφομε θα καταστρεφόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα καταστρέφετε θα καταστρέφεστε, θα καταστρεφόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα καταστρέφουν(ε) θα καταστρέφονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα καταστρέψω θα καταστραφώ
εσύ — you θα καταστρέψεις θα καταστραφείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα καταστρέψει θα καταστραφεί
εμείς — we θα καταστρέψουμε, θα καταστρέψομε θα καταστραφούμε
εσείς — you (plural / polite) θα καταστρέψετε θα καταστραφείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα καταστρέψουν(ε) θα καταστραφούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω καταστρέψει θα έχω καταστραφεί
εσύ — you θα έχεις καταστρέψει θα έχεις καταστραφεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει καταστρέψει θα έχει καταστραφεί
εμείς — we θα έχουμε καταστρέψει θα έχουμε καταστραφεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε καταστρέψει θα έχετε καταστραφεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν καταστρέψει θα έχουν καταστραφεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να καταστρέφω να καταστρέφομαι
εσύ — you να καταστρέφεις να καταστρέφεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να καταστρέφει να καταστρέφεται
εμείς — we να καταστρέφουμε, να καταστρέφομε να καταστρεφόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να καταστρέφετε να καταστρέφεστε, να καταστρεφόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να καταστρέφουν(ε) να καταστρέφονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να καταστρέψω να καταστραφώ
εσύ — you να καταστρέψεις να καταστραφείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να καταστρέψει να καταστραφεί
εμείς — we να καταστρέψουμε, να καταστρέψομε να καταστραφούμε
εσείς — you (plural / polite) να καταστρέψετε να καταστραφείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να καταστρέψουν(ε) να καταστραφούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω καταστρέψει να έχω καταστραφεί
εσύ — you να έχεις καταστρέψει να έχεις καταστραφεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει καταστρέψει να έχει καταστραφεί
εμείς — we να έχουμε καταστρέψει να έχουμε καταστραφεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε καταστρέψει να έχετε καταστραφεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν καταστρέψει να έχουν καταστραφεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous κατάστρεφε καταστρέφετε — —
Simple κατάστρεψε καταστρέψτε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The ordinary past forms κατέστρεψα / καταστράφηκα contrast with the command κατάστρεψε. Κατεστραμμένος / καταστραμμένος describes a ruined or destroyed state.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Η καταιγίδα κατέστρεψε τη στέγη.

The storm destroyed the roof.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — καταστρέφω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/katastrefo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /katastrefo/