Your Greek learning toolkit
ρήματαModern Greek Verbs

καταθέτω — to deposit; to submit; to testify

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

καταθέτω — to deposit; to submit; to testify.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I καταθέτω κατατίθεμαι
εσύ — you καταθέτεις κατατίθεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it καταθέτει κατατίθεται
εμείς — we καταθέτουμε, καταθέτομε κατατιθέμεθα
εσείς — you (plural / polite) καταθέτετε κατατίθεσθε
αυτοί / αυτές / αυτά — they καταθέτουν(ε) κατατίθενται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κατέθετα —
εσύ — you κατέθετες —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κατέθετε κατετίθετο
εμείς — we καταθέταμε —
εσείς — you (plural / polite) καταθέτατε —
αυτοί / αυτές / αυτά — they κατέθεταν, καταθέταν(ε) κατετίθεντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κατέθεσα κατατέθηκα
εσύ — you κατέθεσες κατατέθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κατέθεσε κατατέθηκε
εμείς — we καταθέσαμε κατατεθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) καταθέσατε κατατεθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κατέθεσαν, καταθέσαν(ε) κατατέθηκαν, κατατεθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω καταθέσει έχω κατατεθεί
εσύ — you έχεις καταθέσει έχεις κατατεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει καταθέσει έχει κατατεθεί
εμείς — we έχουμε καταθέσει έχουμε κατατεθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε καταθέσει έχετε κατατεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν καταθέσει έχουν κατατεθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα καταθέσει είχα κατατεθεί
εσύ — you είχες καταθέσει είχες κατατεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε καταθέσει είχε κατατεθεί
εμείς — we είχαμε καταθέσει είχαμε κατατεθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε καταθέσει είχατε κατατεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν καταθέσει είχαν κατατεθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα καταθέτω θα κατατίθεμαι
εσύ — you θα καταθέτεις θα κατατίθεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα καταθέτει θα κατατίθεται
εμείς — we θα καταθέτουμε, θα καταθέτομε θα κατατιθέμεθα
εσείς — you (plural / polite) θα καταθέτετε θα κατατίθεσθε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα καταθέτουν(ε) θα κατατίθενται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα καταθέσω θα κατατεθώ
εσύ — you θα καταθέσεις θα κατατεθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα καταθέσει θα κατατεθεί
εμείς — we θα καταθέσουμε, θα καταθέσομε θα κατατεθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα καταθέσετε θα κατατεθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα καταθέσουν(ε) θα κατατεθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω καταθέσει θα έχω κατατεθεί
εσύ — you θα έχεις καταθέσει θα έχεις κατατεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει καταθέσει θα έχει κατατεθεί
εμείς — we θα έχουμε καταθέσει θα έχουμε κατατεθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε καταθέσει θα έχετε κατατεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν καταθέσει θα έχουν κατατεθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να καταθέτω να κατατίθεμαι
εσύ — you να καταθέτεις να κατατίθεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να καταθέτει να κατατίθεται
εμείς — we να καταθέτουμε, να καταθέτομε να κατατιθέμεθα
εσείς — you (plural / polite) να καταθέτετε να κατατίθεσθε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να καταθέτουν(ε) να κατατίθενται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να καταθέσω να κατατεθώ
εσύ — you να καταθέσεις να κατατεθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να καταθέσει να κατατεθεί
εμείς — we να καταθέσουμε, να καταθέσομε να κατατεθούμε
εσείς — you (plural / polite) να καταθέσετε να κατατεθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να καταθέσουν(ε) να κατατεθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω καταθέσει να έχω κατατεθεί
εσύ — you να έχεις καταθέσει να έχεις κατατεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει καταθέσει να έχει κατατεθεί
εμείς — we να έχουμε καταθέσει να έχουμε κατατεθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε καταθέσει να έχετε κατατεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν καταθέσει να έχουν κατατεθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous κατάθετε καταθέτετε — —
Simple κατάθεσε καταθέστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Καταθέτω can mean to deposit money, submit a document, or testify. The learned passive present is κατατίθεμαι; κατατιθέμεθα / κατατίθεσθε are formal, while κατατίθεται / κατατίθενται are common for documents and money. Rare personal passive imperfect forms are omitted.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Κατέθεσα την αίτηση χθες.

I submitted the application yesterday.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — καταθέτω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/katatheto/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /katatheto/