κρύβω (krubo) — to hide; to conceal

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

κρύβω — to hide; to conceal.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κρύβω κρύβομαι
εσύ — you κρύβεις κρύβεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κρύβει κρύβεται
εμείς — we κρύβουμε, κρύβομε κρυβόμαστε
εσείς — you (plural / polite) κρύβετε κρύβεστε, κρυβόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κρύβουν(ε) κρύβονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έκρυβα κρυβόμουν(α)
εσύ — you έκρυβες κρυβόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έκρυβε κρυβόταν(ε)
εμείς — we κρύβαμε κρυβόμασταν
εσείς — you (plural / polite) κρύβατε κρυβόσαστε, κρυβόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they έκρυβαν, κρύβαν(ε) κρύβονταν, κρυβόντανε, κρυβόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έκρυψα κρύφτηκα
εσύ — you έκρυψες κρύφτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έκρυψε κρύφτηκε
εμείς — we κρύψαμε κρυφτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) κρύψατε κρυφτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έκρυψαν, κρύψαν(ε) κρύφτηκαν, κρυφτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω κρύψει έχω κρυφτεί
εσύ — you έχεις κρύψει έχεις κρυφτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει κρύψει έχει κρυφτεί
εμείς — we έχουμε κρύψει έχουμε κρυφτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε κρύψει έχετε κρυφτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν κρύψει έχουν κρυφτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα κρύψει είχα κρυφτεί
εσύ — you είχες κρύψει είχες κρυφτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε κρύψει είχε κρυφτεί
εμείς — we είχαμε κρύψει είχαμε κρυφτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε κρύψει είχατε κρυφτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν κρύψει είχαν κρυφτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κρύβω θα κρύβομαι
εσύ — you θα κρύβεις θα κρύβεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κρύβει θα κρύβεται
εμείς — we θα κρύβουμε, θα κρύβομε θα κρυβόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα κρύβετε θα κρύβεστε, θα κρυβόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κρύβουν(ε) θα κρύβονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κρύψω θα κρυφτώ
εσύ — you θα κρύψεις θα κρυφτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κρύψει θα κρυφτεί
εμείς — we θα κρύψουμε, θα κρύψομε θα κρυφτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα κρύψετε θα κρυφτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κρύψουν(ε) θα κρυφτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω κρύψει θα έχω κρυφτεί
εσύ — you θα έχεις κρύψει θα έχεις κρυφτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει κρύψει θα έχει κρυφτεί
εμείς — we θα έχουμε κρύψει θα έχουμε κρυφτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε κρύψει θα έχετε κρυφτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν κρύψει θα έχουν κρυφτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κρύβω να κρύβομαι
εσύ — you να κρύβεις να κρύβεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κρύβει να κρύβεται
εμείς — we να κρύβουμε, να κρύβομε να κρυβόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να κρύβετε να κρύβεστε, να κρυβόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κρύβουν(ε) να κρύβονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κρύψω να κρυφτώ
εσύ — you να κρύψεις να κρυφτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κρύψει να κρυφτεί
εμείς — we να κρύψουμε, να κρύψομε να κρυφτούμε
εσείς — you (plural / polite) να κρύψετε να κρυφτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κρύψουν(ε) να κρυφτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω κρύψει να έχω κρυφτεί
εσύ — you να έχεις κρύψει να έχεις κρυφτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει κρύψει να έχει κρυφτεί
εμείς — we να έχουμε κρύψει να έχουμε κρυφτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε κρύψει να έχετε κρυφτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν κρύψει να έχουν κρυφτεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous κρύβε κρύβετε — —
Simple κρύψε κρύψτε, κρύφτε κρύψου κρυφτείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Κρύβω hides something or someone; κρύβομαι means to hide oneself or be hidden. Κρυμμένος describes a hidden state.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Το παιδί κρύφτηκε πίσω από την πόρτα.

The child hid behind the door.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — κρύβω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/krubo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /krubo/