κρίνω (krino) — to judge; to assess

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

κρίνω — to judge; to assess.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κρίνω κρίνομαι
εσύ — you κρίνεις κρίνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κρίνει κρίνεται
εμείς — we κρίνουμε, κρίνομε κρινόμαστε
εσείς — you (plural / polite) κρίνετε κρίνεστε, κρινόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κρίνουν(ε) κρίνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έκρινα κρινόμουν(α)
εσύ — you έκρινες κρινόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έκρινε κρινόταν(ε)
εμείς — we κρίναμε κρινόμασταν
εσείς — you (plural / polite) κρίνατε κρινόσαστε, κρινόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they έκριναν, κρίναν(ε) κρίνονταν, κρινόντανε, κρινόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έκρινα κρίθηκα
εσύ — you έκρινες κρίθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έκρινε κρίθηκε
εμείς — we κρίναμε κριθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) κρίνατε κριθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έκριναν, κρίναν(ε) κρίθηκαν, κριθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω κρίνει έχω κριθεί
εσύ — you έχεις κρίνει έχεις κριθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει κρίνει έχει κριθεί
εμείς — we έχουμε κρίνει έχουμε κριθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε κρίνει έχετε κριθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν κρίνει έχουν κριθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα κρίνει είχα κριθεί
εσύ — you είχες κρίνει είχες κριθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε κρίνει είχε κριθεί
εμείς — we είχαμε κρίνει είχαμε κριθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε κρίνει είχατε κριθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν κρίνει είχαν κριθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κρίνω θα κρίνομαι
εσύ — you θα κρίνεις θα κρίνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κρίνει θα κρίνεται
εμείς — we θα κρίνουμε, θα κρίνομε θα κρινόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα κρίνετε θα κρίνεστε, θα κρινόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κρίνουν(ε) θα κρίνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κρίνω θα κριθώ
εσύ — you θα κρίνεις θα κριθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κρίνει θα κριθεί
εμείς — we θα κρίνουμε, θα κρίνομε θα κριθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα κρίνετε θα κριθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κρίνουν(ε) θα κριθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω κρίνει θα έχω κριθεί
εσύ — you θα έχεις κρίνει θα έχεις κριθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει κρίνει θα έχει κριθεί
εμείς — we θα έχουμε κρίνει θα έχουμε κριθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε κρίνει θα έχετε κριθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν κρίνει θα έχουν κριθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κρίνω να κρίνομαι
εσύ — you να κρίνεις να κρίνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κρίνει να κρίνεται
εμείς — we να κρίνουμε, να κρίνομε να κρινόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να κρίνετε να κρίνεστε, να κρινόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κρίνουν(ε) να κρίνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κρίνω να κριθώ
εσύ — you να κρίνεις να κριθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κρίνει να κριθεί
εμείς — we να κρίνουμε, να κρίνομε να κριθούμε
εσείς — you (plural / polite) να κρίνετε να κριθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κρίνουν(ε) να κριθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω κρίνει να έχω κριθεί
εσύ — you να έχεις κρίνει να έχεις κριθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει κρίνει να έχει κριθεί
εμείς — we να έχουμε κρίνει να έχουμε κριθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε κρίνει να έχετε κριθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν κρίνει να έχουν κριθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous κρίνε κρίνετε — —
Simple κρίνε κρίνετε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Active imperfect and simple past share έκρινα, and active nonpast aspect forms coincide. Context distinguishes the readings. Κρίνομαι means to be judged or assessed.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Το αποτέλεσμα θα κριθεί αύριο.

The outcome will be decided tomorrow.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — κρίνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/krino/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /krino/