κρεμάω (kremao) — to hang; to hang up

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

κρεμάω — to hang; to hang up.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κρεμάω, κρεμώ κρεμιέμαι
εσύ — you κρεμάς κρεμιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κρεμάει, κρεμά κρεμιέται
εμείς — we κρεμάμε, κρεμούμε κρεμιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) κρεμάτε κρεμιέστε, κρεμιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κρεμάν(ε), κρεμούν(ε) κρεμιούνται, κρεμιόνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κρεμούσα, κρέμαγα κρεμιόμουν(α)
εσύ — you κρεμούσες, κρέμαγες κρεμιόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κρεμούσε, κρέμαγε κρεμιόταν(ε)
εμείς — we κρεμούσαμε, κρεμάγαμε κρεμιόμασταν
εσείς — you (plural / polite) κρεμούσατε, κρεμάγατε κρεμιόσαστε, κρεμιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they κρεμούσαν(ε), κρέμαγαν, κρεμάγανε κρεμιόνταν(ε), κρεμιούνταν, κρεμιόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κρέμασα κρεμάστηκα
εσύ — you κρέμασες κρεμάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κρέμασε κρεμάστηκε
εμείς — we κρεμάσαμε κρεμαστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) κρεμάσατε κρεμαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κρέμασαν, κρεμάσαν(ε) κρεμάστηκαν, κρεμαστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω κρεμάσει έχω κρεμαστεί
εσύ — you έχεις κρεμάσει έχεις κρεμαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει κρεμάσει έχει κρεμαστεί
εμείς — we έχουμε κρεμάσει έχουμε κρεμαστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε κρεμάσει έχετε κρεμαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν κρεμάσει έχουν κρεμαστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα κρεμάσει είχα κρεμαστεί
εσύ — you είχες κρεμάσει είχες κρεμαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε κρεμάσει είχε κρεμαστεί
εμείς — we είχαμε κρεμάσει είχαμε κρεμαστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε κρεμάσει είχατε κρεμαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν κρεμάσει είχαν κρεμαστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κρεμάω, θα κρεμώ θα κρεμιέμαι
εσύ — you θα κρεμάς θα κρεμιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κρεμάει, θα κρεμά θα κρεμιέται
εμείς — we θα κρεμάμε, θα κρεμούμε θα κρεμιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα κρεμάτε θα κρεμιέστε, θα κρεμιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κρεμάν(ε), θα κρεμούν(ε) θα κρεμιούνται, θα κρεμιόνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κρεμάσω θα κρεμαστώ
εσύ — you θα κρεμάσεις θα κρεμαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κρεμάσει θα κρεμαστεί
εμείς — we θα κρεμάσουμε, θα κρεμάσομε θα κρεμαστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα κρεμάσετε θα κρεμαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κρεμάσουν(ε) θα κρεμαστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω κρεμάσει θα έχω κρεμαστεί
εσύ — you θα έχεις κρεμάσει θα έχεις κρεμαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει κρεμάσει θα έχει κρεμαστεί
εμείς — we θα έχουμε κρεμάσει θα έχουμε κρεμαστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε κρεμάσει θα έχετε κρεμαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν κρεμάσει θα έχουν κρεμαστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κρεμάω, να κρεμώ να κρεμιέμαι
εσύ — you να κρεμάς να κρεμιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κρεμάει, να κρεμά να κρεμιέται
εμείς — we να κρεμάμε, να κρεμούμε να κρεμιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να κρεμάτε να κρεμιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κρεμάν(ε), να κρεμούν(ε) να κρεμιούνται, να κρεμιόνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κρεμάσω να κρεμαστώ
εσύ — you να κρεμάσεις να κρεμαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κρεμάσει να κρεμαστεί
εμείς — we να κρεμάσουμε, να κρεμάσομε να κρεμαστούμε
εσείς — you (plural / polite) να κρεμάσετε να κρεμαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κρεμάσουν(ε) να κρεμαστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω κρεμάσει να έχω κρεμαστεί
εσύ — you να έχεις κρεμάσει να έχεις κρεμαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει κρεμάσει να έχει κρεμαστεί
εμείς — we να έχουμε κρεμάσει να έχουμε κρεμαστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε κρεμάσει να έχετε κρεμαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν κρεμάσει να έχουν κρεμαστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous κρέμα, κρέμαγε κρεμάτε — —
Simple κρέμασε κρεμάστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Κρεμάω / κρεμώ takes the object being hung; κρεμιέμαι can describe being suspended or hanging from something. Κρεμασμένος describes a suspended state.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Κρέμασε το παλτό στην κρεμάστρα.

Hang the coat on the hanger.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — κρεμάω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/kremao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /kremao/