κερνάω (kernao) — to treat someone; to offer refreshments

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

κερνάω — to treat someone; to offer refreshments.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κερνάω, κερνώ κερνιέμαι
εσύ — you κερνάς κερνιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κερνάει, κερνά κερνιέται
εμείς — we κερνάμε, κερνούμε κερνιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) κερνάτε κερνιέστε, κερνιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κερνάν(ε), κερνούν(ε) κερνιούνται, κερνιόνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κερνούσα, κέρναγα κερνιόμουν(α)
εσύ — you κερνούσες, κέρναγες κερνιόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κερνούσε, κέρναγε κερνιόταν(ε)
εμείς — we κερνούσαμε, κερνάγαμε κερνιόμασταν
εσείς — you (plural / polite) κερνούσατε, κερνάγατε κερνιόσαστε, κερνιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they κερνούσαν(ε), κέρναγαν, κερνάγανε κερνιόνταν(ε), κερνιούνταν, κερνιόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κέρασα κεράστηκα
εσύ — you κέρασες κεράστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κέρασε κεράστηκε
εμείς — we κεράσαμε κεραστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) κεράσατε κεραστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κέρασαν, κεράσαν(ε) κεράστηκαν, κεραστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω κεράσει έχω κεραστεί
εσύ — you έχεις κεράσει έχεις κεραστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει κεράσει έχει κεραστεί
εμείς — we έχουμε κεράσει έχουμε κεραστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε κεράσει έχετε κεραστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν κεράσει έχουν κεραστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα κεράσει είχα κεραστεί
εσύ — you είχες κεράσει είχες κεραστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε κεράσει είχε κεραστεί
εμείς — we είχαμε κεράσει είχαμε κεραστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε κεράσει είχατε κεραστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν κεράσει είχαν κεραστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κερνάω, θα κερνώ θα κερνιέμαι
εσύ — you θα κερνάς θα κερνιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κερνάει, θα κερνά θα κερνιέται
εμείς — we θα κερνάμε, θα κερνούμε θα κερνιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα κερνάτε θα κερνιέστε, θα κερνιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κερνάν(ε), θα κερνούν(ε) θα κερνιούνται, θα κερνιόνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κεράσω θα κεραστώ
εσύ — you θα κεράσεις θα κεραστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κεράσει θα κεραστεί
εμείς — we θα κεράσουμε, θα κεράσομε θα κεραστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα κεράσετε θα κεραστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κεράσουν(ε) θα κεραστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω κεράσει θα έχω κεραστεί
εσύ — you θα έχεις κεράσει θα έχεις κεραστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει κεράσει θα έχει κεραστεί
εμείς — we θα έχουμε κεράσει θα έχουμε κεραστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε κεράσει θα έχετε κεραστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν κεράσει θα έχουν κεραστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κερνάω, να κερνώ να κερνιέμαι
εσύ — you να κερνάς να κερνιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κερνάει, να κερνά να κερνιέται
εμείς — we να κερνάμε, να κερνούμε να κερνιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να κερνάτε να κερνιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κερνάν(ε), να κερνούν(ε) να κερνιούνται, να κερνιόνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κεράσω να κεραστώ
εσύ — you να κεράσεις να κεραστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κεράσει να κεραστεί
εμείς — we να κεράσουμε, να κεράσομε να κεραστούμε
εσείς — you (plural / polite) να κεράσετε να κεραστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κεράσουν(ε) να κεραστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω κεράσει να έχω κεραστεί
εσύ — you να έχεις κεράσει να έχεις κεραστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει κεράσει να έχει κεραστεί
εμείς — we να έχουμε κεράσει να έχουμε κεραστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε κεράσει να έχετε κεραστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν κεράσει να έχουν κεραστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous κέρνα, κέρναγε κερνάτε — —
Simple κέρασε κεράστε κεράσου κεραστείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Κερνάω / κερνώ means to offer someone food or drink, or pay for their treat. Κεράσου / κεραστείτε can mean Help yourself / yourselves.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Να σε κεράσω έναν καφέ;

Can I buy you a coffee?

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — κερνάω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/kernao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /kernao/