Kruologo

Kruologo

ΚΡΥΟΛΟΓΩ
I catch cold
Active
Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
κρυολογώ κρυολογούμε
κρυολογείς κρυολογείτε
κρυολογεί κρυολογούν(ε)
Imper
fect
κρυολογούσα κρυολογούσαμε
κρυολογούσες κρυολογούσατε
κρυολογούσε κρυολογούσαν(ε)
Aorist κρυολόγησα κρυολογήσαμε
κρυολόγησες κρυολογήσατε
κρυολόγησε κρυολόγησαν, κρυολογήσαν(ε)
Perf
ect
έχω κρυολογήσει έχουμε κρυολογήσει
έχεις κρυολογήσει έχετε κρυολογήσει
έχει κρυολογήσει έχουν κρυολογήσει
Plu
perf
ect
είχα κρυολογήσει είχαμε κρυολογήσει
είχες κρυολογήσει είχατε κρυολογήσει
είχε κρυολογήσει είχαν κρυολογήσει
Fut
ure
Cont
inuous
θα κρυολογώ θα κρυολογούμε
θα κρυολογείς θα κρυολογείτε
θα κρυολογεί θα κρυολογούν(ε)
Simp
Fut
θα κρυολογήσω θα κρυολογήσουμε
θα κρυολογήσεις θα κρυολογήσετε
θα κρυολογήσει θα κρυολογήσουν(ε)
Fut
Perf
θα έχω κρυολογήσει θα έχουμε κρυολογήσει
θα έχεις κρυολογήσει θα έχετε κρυολογήσει
θα έχει κρυολογήσει θα έχουν κρυολογήσει
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να κρυολογώ να κρυολογούμε
να κρυολογείς να κρυολογείτε
να κρυολογεί να κρυολογούν(ε)
Aorist να κρυολογήσω να κρυολογήσουμε, να κρυολογήσομε
να κρυολογήσεις να κρυολογήσετε
να κρυολογήσει να κρυολογήσουν(ε)
Perf να έχω κρυολογήσει να έχουμε κρυολογήσει
να έχεις κρυολογήσει να έχετε κρυολογήσει
να έχει κρυολογήσει να έχουν κρυολογήσει
Imper
ative
Pres κρυολογείτε
Aorist κρυολόγησε κρυολογήστε, κρυολογήσετε
Part
iciple
Pres κρυολογώντας
Perf έχοντας κρυολογήσει
Infin Aorist κρυολογήσει


2017-03-22T01:55:43+00:00