κρυώνω (kruono) — to feel cold; to cool down

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

κρυώνω — to feel cold; to cool down.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I κρυώνω
εσύ — you κρυώνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κρυώνει
εμείς — we κρυώνουμε, κρυώνομε
εσείς — you (plural / polite) κρυώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κρυώνουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I κρύωνα
εσύ — you κρύωνες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κρύωνε
εμείς — we κρυώναμε
εσείς — you (plural / polite) κρυώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κρύωναν, κρυώναν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I κρύωσα
εσύ — you κρύωσες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κρύωσε
εμείς — we κρυώσαμε
εσείς — you (plural / polite) κρυώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κρύωσαν, κρυώσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω κρυώσει
εσύ — you έχεις κρυώσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει κρυώσει
εμείς — we έχουμε κρυώσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε κρυώσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν κρυώσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα κρυώσει
εσύ — you είχες κρυώσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε κρυώσει
εμείς — we είχαμε κρυώσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε κρυώσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν κρυώσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα κρυώνω
εσύ — you θα κρυώνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κρυώνει
εμείς — we θα κρυώνουμε, θα κρυώνομε
εσείς — you (plural / polite) θα κρυώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κρυώνουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα κρυώσω
εσύ — you θα κρυώσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κρυώσει
εμείς — we θα κρυώσουμε, θα κρυώσομε
εσείς — you (plural / polite) θα κρυώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κρυώσουν

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω κρυώσει
εσύ — you θα έχεις κρυώσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει κρυώσει
εμείς — we θα έχουμε κρυώσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε κρυώσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν κρυώσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να κρυώνω
εσύ — you να κρυώνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κρυώνει
εμείς — we να κρυώνουμε, να κρυώνομε
εσείς — you (plural / polite) να κρυώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κρυώνουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να κρυώσω
εσύ — you να κρυώσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κρυώσει
εμείς — we να κρυώσουμε, να κρυώσομε
εσείς — you (plural / polite) να κρυώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κρυώσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω κρυώσει
εσύ — you να έχεις κρυώσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει κρυώσει
εμείς — we να έχουμε κρυώσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε κρυώσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν κρυώσει

Imperative · Προστακτική

κρύωνε / κρυώνετε

Simple: κρύωσε (εσύ); κρυώστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Κρυώνω can mean to feel cold, cool down, or catch a cold. For cooling food or drink, active forms are ordinary.

Ο καφές κρύωσε.

The coffee cooled down.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — κρυώνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/kruono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /kruono/