Skabo

Skabo

ΣΚΑΒΩ
I dig
Active Passive
Singular Plural Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
σκάβω σκάβουμε, σκάβομε σκάβομαι σκαβόμαστε
σκάβεις σκάβετε σκάβεσαι σκάβεστε, σκαβόσαστε
σκάβει σκάβουν(ε) σκάβεται σκάβονται
Imper
fect
έσκαβα σκάβαμε σκαβόμουν(α) σκαβόμαστε, σκαβόμασταν
έσκαβες σκάβατε σκαβόσουν(α) σκαβόσαστε, σκαβόσασταν
έσκαβε έσκαβαν, σκάβαν(ε) σκαβόταν(ε) σκάβονταν, σκαβόντανε, σκαβόντουσαν
Aorist έσκαψα σκάψαμε σκάφτηκα σκαφτήκαμε
έσκαψες σκάψατε σκάφτηκες σκαφτήκατε
έσκαψε έσκαψαν, σκάψαν(ε) σκάφτηκε σκάφτηκαν, σκαφτήκαν(ε)
Per
fect
έχω σκάψει
έχω σκαμμένο
έχουμε σκάψει
έχουμε σκαμμένο
έχω σκαφτεί
είμαι σκαμμένος, -η
έχουμε σκαφτεί
είμαστε σκαμμένοι, -ες
έχεις σκάψει
έχεις σκαμμένο
έχετε σκάψει
έχετε σκαμμένο
έχεις σκαφτεί
είσαι σκαμμένος, -η
έχετε σκαφτεί
είστε σκαμμένοι, -ες
έχει σκάψει
έχει σκαμμένο
έχουν σκάψει
έχουν σκαμμένο
έχει σκαφτεί
είναι σκαμμένος, -η, -ο
έχουν σκαφτεί
είναι σκαμμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα σκάψει
είχα σκαμμένο
είχαμε σκάψει
είχαμε σκαμμένο
είχα σκαφτεί
ήμουν σκαμμένος, -η
είχαμε σκαφτεί
ήμαστε σκαμμένοι, -ες
είχες σκάψει
είχες σκαμμένο
είχατε σκάψει
είχατε σκαμμένο
είχες σκαφτεί
ήσουν σκαμμένος, -η
είχατε σκαφτεί
ήσαστε σκαμμένοι, -ες
είχε σκάψει
είχε σκαμμένο
είχαν σκάψει
είχαν σκαμμένο
είχε σκαφτεί
ήταν σκαμμένος, -η, -ο
είχαν σκαφτεί
ήταν σκαμμένοι, -ες, -α
Fut
ure
Cont
inuous
θα σκάβω θα σκάβουμε, θα σκάβομε θα σκάβομαι θα σκαβόμαστε
θα σκάβεις θα σκάβετε θα σκάβεσαι θα σκάβεστε, θα σκαβόσαστε
θα σκάβει θα σκάβουν(ε) θα σκάβεται θα σκάβονται
Simp
Fut
θα σκάψω θα σκάψουμε, θα σκάψομε θα σκαφτώ θα σκαφτούμε
θα σκάψεις θα σκάψετε θα σκαφτείς θα σκαφτείτε
θα σκάψει θα σκάψουν(ε) θα σκαφτεί θα σκαφτούν(ε)
Fut
Perf
θα έχω σκάψει
θα έχω σκαμμένο
θα έχουμε σκάψει
θα έχουμε σκαμμένο
θα έχω σκαφτεί
θα είμαι σκαμμένος, -η
θα έχουμε σκαφτεί
θα είμαστε σκαμμένοι, -ες
θα έχεις σκάψει
θα έχεις σκαμμένο
θα έχετε σκάψει
θα έχετε σκαμμένο
θα έχεις σκαφτεί
θα είσαι σκαμμένος, -η
θα έχετε σκαφτεί
θα είστε σκαμμένοι, -ες
θα έχει σκάψει
θα έχει σκαμμένο
θα έχουν σκάψει
θα έχουν σκαμμένο
θα έχει σκαφτεί
θα είναι σκαμμένος, -η, -ο
θα έχουν σκαφτεί
θα είναι σκαμμένοι, -ες, -α
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να σκάβω να σκάβουμε, να σκάβομε να σκάβομαι να σκαβόμαστε
να σκάβεις να σκάβετε να σκάβεσαι να σκάβεστε, να σκαβόσαστε
να σκάβει να σκάβουν(ε) να σκάβεται να σκάβονται
Aorist να σκάψω να σκάψουμε, να σκάψομε να σκαφτώ να σκαφτούμε
να σκάψεις να σκάψετε να σκαφτείς να σκαφτείτε
να σκάψει να σκάψουν(ε) να σκαφτεί να σκαφτούν(ε)
Perf να έχω σκάψει
να έχω σκαμμένο
να έχουμε σκάψει
να έχουμε σκαμμένο
να έχω σκαφτεί
να είμαι σκαμμένος, -η
να έχουμε σκαφτεί
να είμαστε σκαμμένοι, -ες
να έχεις σκάψει
να έχεις σκαμμένο
να έχετε σκάψει
να έχετε σκαμμένο
να έχεις σκαφτεί
να είσαι σκαμμένος, -η
να έχετε σκαφτεί
να είστε σκαμμένοι, -ες
να έχει σκάψει
να έχει σκαμμένο
να έχουν σκάψει
να έχουν σκαμμένο
να έχει σκαφτεί
να είναι σκαμμένος, -η, -ο
να έχουν σκαφτεί
να είναι σκαμμένοι, -ες, -α
Imper
ative
Pres σκάβε σκάβετε σκάβεστε
Aorist σκάψε σκάψτε, σκάφτε σκάψου σκαφτείτε
Part
iciple
Pres σκάβοντας
Perf έχοντας σκάψει, έχοντας σκαμμένο σκαμμένος, -η, -ο σκαμμένοι, -ες, -α
Infin Aorist σκάψει σκαφτεί


2017-03-22T01:56:46+00:00