συστήνω (sistino) — to introduce; to recommend

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

συστήνω means to introduce someone or recommend something. συστήνομαι means to introduce oneself or be introduced.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I συστήνω συστήνομαι
εσύ — you συστήνεις συστήνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it συστήνει συστήνεται
εμείς — we συστήνουμε, συστήνομε συστηνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) συστήνετε συστήνεστε, συστηνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they συστήνουν(ε) συστήνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σύστηνα συστηνόμουν(α)
εσύ — you σύστηνες συστηνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σύστηνε συστηνόταν(ε)
εμείς — we συστήναμε συστηνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) συστήνατε συστηνόσαστε, συστηνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they σύστηναν, συστήναν(ε) συστήνονταν, συστηνόντανε, συστηνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σύστησα συστήθηκα
εσύ — you σύστησες συστήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σύστησε συστήθηκε
εμείς — we συστήσαμε συστηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) συστήσατε συστηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σύστησαν, συστήσαν(ε) συστήθηκαν, συστηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω συστήσει έχω συστηθεί
εσύ — you έχεις συστήσει έχεις συστηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει συστήσει έχει συστηθεί
εμείς — we έχουμε συστήσει έχουμε συστηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε συστήσει έχετε συστηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν συστήσει έχουν συστηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα συστήσει είχα συστηθεί
εσύ — you είχες συστήσει είχες συστηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε συστήσει είχε συστηθεί
εμείς — we είχαμε συστήσει είχαμε συστηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε συστήσει είχατε συστηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν συστήσει είχαν συστηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα συστήνω θα συστήνομαι
εσύ — you θα συστήνεις θα συστήνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα συστήνει θα συστήνεται
εμείς — we θα συστήνουμε, θα συστήνομε θα συστηνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα συστήνετε θα συστήνεστε, θα συστηνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα συστήνουν(ε) θα συστήνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα συστήσω θα συστηθώ
εσύ — you θα συστήσεις θα συστηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα συστήσει θα συστηθεί
εμείς — we θα συστήσουμε θα συστηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα συστήσετε θα συστηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα συστήσουν θα συστηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω συστήσει θα έχω συστηθεί
εσύ — you θα έχεις συστήσει θα έχεις συστηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει συστήσει θα έχει συστηθεί
εμείς — we θα έχουμε συστήσει θα έχουμε συστηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε συστήσει θα έχετε συστηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν συστήσει θα έχουν συστηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να συστήνω να συστήνομαι
εσύ — you να συστήνεις να συστήνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να συστήνει να συστήνεται
εμείς — we να συστήνουμε να συστηνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να συστήνετε να συστήνεστε, να συστηνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να συστήνουν να συστήνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να συστήσω να συστηθώ
εσύ — you να συστήσεις να συστηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να συστήσει να συστηθεί
εμείς — we να συστήσουμε να συστηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να συστήσετε να συστηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να συστήσουν να συστηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω συστήσει να έχω συστηθεί
εσύ — you να έχεις συστήσει να έχεις συστηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει συστήσει να έχει συστηθεί
εμείς — we να έχουμε συστήσει να έχουμε συστηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε συστήσει να έχετε συστηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν συστήσει να έχουν συστηθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous σύστηνε συστήνετε — συστήνεστε
Simple σύστησε συστήστε συστήσου συστηθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • συνιστώ is a related, more formal verb; it is not mixed into this present-tense paradigm.

Σου συστήνω τη Μαρία.

Let me introduce Maria to you.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — συστήνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/sistino/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /sistino/