Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
συνηθίζω means to get used to something, accustom someone to something, or habitually do something.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | συνηθίζω |
| εσύ — you | συνηθίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | συνηθίζει |
| εμείς — we | συνηθίζουμε, συνηθίζομε |
| εσείς — you (plural / polite) | συνηθίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | συνηθίζουν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | συνήθιζα |
| εσύ — you | συνήθιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | συνήθιζε |
| εμείς — we | συνηθίζαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | συνηθίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | συνήθιζαν, συνηθίζαν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | συνήθισα |
| εσύ — you | συνήθισες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | συνήθισε |
| εμείς — we | συνηθίσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | συνηθίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | συνήθισαν, συνηθίσαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω συνηθίσει |
| εσύ — you | έχεις συνηθίσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει συνηθίσει |
| εμείς — we | έχουμε συνηθίσει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε συνηθίσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν συνηθίσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα συνηθίσει |
| εσύ — you | είχες συνηθίσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε συνηθίσει |
| εμείς — we | είχαμε συνηθίσει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε συνηθίσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν συνηθίσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα συνηθίζω |
| εσύ — you | θα συνηθίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα συνηθίζει |
| εμείς — we | θα συνηθίζουμε, θα συνηθίζομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα συνηθίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα συνηθίζουν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα συνηθίσω |
| εσύ — you | θα συνηθίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα συνηθίσει |
| εμείς — we | θα συνηθίσουμε, θα συνηθίσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα συνηθίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα συνηθίσουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω συνηθίσει |
| εσύ — you | θα έχεις συνηθίσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει συνηθίσει |
| εμείς — we | θα έχουμε συνηθίσει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε συνηθίσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν συνηθίσει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να συνηθίζω |
| εσύ — you | να συνηθίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να συνηθίζει |
| εμείς — we | να συνηθίζουμε, να συνηθίζομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να συνηθίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να συνηθίζουν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να συνηθίσω |
| εσύ — you | να συνηθίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να συνηθίσει |
| εμείς — we | να συνηθίσουμε, να συνηθίσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να συνηθίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να συνηθίσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω συνηθίσει |
| εσύ — you | να έχεις συνηθίσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει συνηθίσει |
| εμείς — we | να έχουμε συνηθίσει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε συνηθίσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν συνηθίσει |
Imperative · Προστακτική
Continuous: συνήθιζε / συνηθίζετε.
Simple: συνήθισε (εσύ); συνηθίστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- συνηθίζω να describes a habit; συνηθίζω κάτι can mean becoming accustomed to it.
Συνήθισα το κρύο.
I got used to the cold.
Συνηθίζω να περπατάω το πρωί.
I usually walk in the morning.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — συνηθίζω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/sinithizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/sinithizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.