ΓΟΝΑΤΙΖΩ
I make kneel
Active
Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
γονατίζω γονατίζουμε, γονατίζομε
γονατίζεις γονατίζετε
γονατίζει γονατίζουν(ε)
Imper
fect
γονάτιζα γονατίζαμε
γονάτιζες γονατίζατε
γονάτιζε γονάτιζαν, γονατίζαν(ε)
Aorist γονάτισα γονατίσαμε
γονάτισες γονατίσατε
γονάτισε γονάτισαν, γονατίσαν(ε)
Per
fect
έχω γονατίσει έχουμε γονατίσει
έχεις γονατίσει έχετε γονατίσει
έχει γονατίσει έχουν γονατίσει
Plu
per
fect
είχα γονατίσει είχαμε γονατίσει
είχες γονατίσει είχατε γονατίσει
είχε γονατίσει είχαν γονατίσει
Fut
ure
Cont
inuous
θα γονατίζω θα γονατίζουμε, θα γονατίζομε
θα γονατίζεις θα γονατίζετε
θα γονατίζει θα γονατίζουν(ε)
Simp
Fut
θα γονατίσω θα γονατίσουμε, θα γονατίζομε
θα γονατίσεις θα γονατίσετε
θα γονατίσει θα γονατίσουν(ε)
Fut
Perf
θα έχω γονατίσει θα έχουμε γονατίσει
θα έχεις γονατίσει θα έχετε γονατίσει
θα έχει γονατίσει θα έχουν γονατίσει
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να γονατίζω να γονατίζουμε, να γονατίζομε
να γονατίζεις να γονατίζετε
να γονατίζει να γονατίζουν(ε)
Aorist να γονατίσω να γονατίσουμε, να γονατίσομε
να γονατίσεις να γονατίσετε
να γονατίσει να γονατίσουν(ε)
Perf να έχω γονατίσει να έχουμε γονατίσει
να έχεις γονατίσει να έχετε γονατίσει
να έχει γονατίσει να έχουν γονατίσει
Imper
ative
Pres γονάτιζε γονατίζετε
Aorist γονάτισε γονατίστε
Part
iciple
Pres γονατίζοντας
Perf έχοντας γονατίσει
γονατισμένος
Infin Aorist γονατίσει