Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
γουστάρω — to like; to fancy (informal).
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | γουστάρω |
| εσύ — you | γουστάρεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | γουστάρει |
| εμείς — we | γουστάρουμε, γουστάρομε |
| εσείς — you (plural / polite) | γουστάρετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | γουστάρουν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | γούσταρα, γουστάριζα |
| εσύ — you | γούσταρες, γουστάριζες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | γούσταρε, γουστάριζε |
| εμείς — we | γουστάραμε, γουσταρίζαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | γουστάρατε, γουσταρίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | γούσταραν, γουστάραν(ε), γουστάριζαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | γούσταρα, γουστάρισα |
| εσύ — you | γούσταρες, γουστάρισες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | γούσταρε, γουστάρισε |
| εμείς — we | γουστάραμε, γουσταρίσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | γουστάρατε, γουσταρίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | γούσταραν, γουστάραν(ε), γουστάρισαν |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω γουστάρει |
| εσύ — you | έχεις γουστάρει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει γουστάρει |
| εμείς — we | έχουμε γουστάρει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε γουστάρει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν γουστάρει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα γουστάρει |
| εσύ — you | είχες γουστάρει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε γουστάρει |
| εμείς — we | είχαμε γουστάρει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε γουστάρει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν γουστάρει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα γουστάρω |
| εσύ — you | θα γουστάρεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα γουστάρει |
| εμείς — we | θα γουστάρουμε, θα γουστάρομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα γουστάρετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα γουστάρουν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα γουστάρω |
| εσύ — you | θα γουστάρεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα γουστάρει |
| εμείς — we | θα γουστάρουμε, θα γουστάρομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα γουστάρετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα γουστάρουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω γουστάρει |
| εσύ — you | θα έχεις γουστάρει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει γουστάρει |
| εμείς — we | θα έχουμε γουστάρει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε γουστάρει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν γουστάρει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να γουστάρω |
| εσύ — you | να γουστάρεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να γουστάρει |
| εμείς — we | να γουστάρουμε, να γουστάρομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να γουστάρετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να γουστάρουν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να γουστάρω |
| εσύ — you | να γουστάρεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να γουστάρει |
| εμείς — we | να γουστάρουμε, να γουστάρομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να γουστάρετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να γουστάρουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω γουστάρει |
| εσύ — you | να έχεις γουστάρει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει γουστάρει |
| εμείς — we | να έχουμε γουστάρει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε γουστάρει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν γουστάρει |
Imperative · Προστακτική
γουστάριζε / γουσταρίζετε
Simple: γουστάρε, γουστάρισε (εσύ); γουστάρετε, γουσταρίστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Γουστάρω is informal and can express liking, wanting, or attraction. Prefer μου αρέσει or θέλω in neutral or formal language. Nonpast aspect forms coincide; past variants with -ιζα / -ισα can make the distinction clearer.
Δεν γουστάρω αυτή τη μουσική.
I do not like this music.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — γουστάρω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/goustaro/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/goustaro/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.