παρκάρω (parkaro) — to park

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

παρκάρω means to park a vehicle.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I παρκάρω
εσύ — you παρκάρεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it παρκάρει
εμείς — we παρκάρουμε, παρκάρομε
εσείς — you (plural / polite) παρκάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they παρκάρουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I πάρκαρα, παρκάριζα
εσύ — you πάρκαρες, παρκάριζες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it πάρκαρε, παρκάριζε
εμείς — we παρκάραμε, παρκαρίζαμε
εσείς — you (plural / polite) παρκάρατε, παρκαρίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they πάρκαραν, παρκάραν(ε), παρκάριζαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I πάρκαρα, παρκάρισα
εσύ — you πάρκαρες, παρκάρισες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it πάρκαρε, παρκάρισε
εμείς — we παρκάραμε, παρκαρίσαμε
εσείς — you (plural / polite) παρκάρατε, παρκαρίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they πάρκαραν, παρκάραν(ε), παρκάρισαν

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω παρκάρει
εσύ — you έχεις παρκάρει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει παρκάρει
εμείς — we έχουμε παρκάρει
εσείς — you (plural / polite) έχετε παρκάρει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν παρκάρει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα παρκάρει
εσύ — you είχες παρκάρει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε παρκάρει
εμείς — we είχαμε παρκάρει
εσείς — you (plural / polite) είχατε παρκάρει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν παρκάρει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα παρκάρω
εσύ — you θα παρκάρεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα παρκάρει
εμείς — we θα παρκάρουμε, θα παρκάρομε
εσείς — you (plural / polite) θα παρκάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα παρκάρουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα παρκάρω
εσύ — you θα παρκάρεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα παρκάρει
εμείς — we θα παρκάρουμε, θα παρκάρομε
εσείς — you (plural / polite) θα παρκάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα παρκάρουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω παρκάρει
εσύ — you θα έχεις παρκάρει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει παρκάρει
εμείς — we θα έχουμε παρκάρει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε παρκάρει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν παρκάρει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να παρκάρω
εσύ — you να παρκάρεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να παρκάρει
εμείς — we να παρκάρουμε, να παρκάρομε
εσείς — you (plural / polite) να παρκάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να παρκάρουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να παρκάρω
εσύ — you να παρκάρεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να παρκάρει
εμείς — we να παρκάρουμε, να παρκάρομε
εσείς — you (plural / polite) να παρκάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να παρκάρουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω παρκάρει
εσύ — you να έχεις παρκάρει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει παρκάρει
εμείς — we να έχουμε παρκάρει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε παρκάρει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν παρκάρει

Imperative · Προστακτική

Continuous: πάρκαρε / παρκάρετε; also παρκάριζε.

Simple: πάρκαρε, παρκάρισε (εσύ); παρκάρετε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • πάρκαρα can serve as imperfect or aorist according to context. Alternative past forms include παρκάριζα and παρκάρισα. The table uses θα παρκάρω and έχω παρκάρει.

Πάρκαρε εδώ.

Park here.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — παρκάρω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/parkaro/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /parkaro/